Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ίδρυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ίδρυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2021-07-28

Μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της Τράπεζας της Ελλάδος

Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι η κεντρική τράπεζα της χώρας και άρχισε να λειτουργεί τον Μάιο του 1928.

Ιδρύθηκε σε συνέχεια του Πρωτοκόλλου της Γενεύης της 15ης Σεπτεμβρίου 1927. Η πρόταση για τη δημιουργία της κεντρικής τράπεζας έγινε από την Κοινωνία των Εθνών (σ.σ. πρόδρομο του ΟΗΕ) προκειμένου να στηριχθούν οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τα σοβαρά οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα της εποχής.

Μέχρι την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος, τις λειτουργίες κεντρικής τράπεζας ασκούσε η μεγαλύτερη εμπορική τράπεζα της χώρας, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία είχε ιδρυθεί το 1841 και βαθμιαία είχε αποκτήσει μονοπώλιο επί του εκδοτικού προνομίου (σ.σ. του προνομίου έκδοσης νομίσματος για τη χώρα μας). Σύμφωνα με την Κοινωνία των Εθνών, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υπήρχε ασυμβίβαστο για την άσκηση δημόσιας εξουσίας, όπως η έκδοση του χαρτονομίσματος, παράλληλα με τη δραστηριότητα εμπορικής τράπεζας.

Η Τράπεζα της Ελλάδος άρχισε τη λειτουργία της τον Μάιο του 1928 με προσωπικό 500 ατόμων. Στη συνέχεια, η Τράπεζα άνοιξε έναν αριθμό Πρακτορείων και Υποκαταστημάτων κυρίως για την τροφοδότηση των τοπικών αγορών σε χαρτονόμισμα και για τη διενέργεια πληρωμών ή/και εισπράξεων για λογαριασμό του Δημοσίου. 

Στη νέα κεντρική τράπεζα μεταβιβάστηκαν από την Εθνική Τράπεζα στοιχεία ενεργητικού (κυρίως χρυσός και ομόλογα του Δημοσίου) και παθητικού (το εκδοθέν χαρτονόμισμα και ιδίως οι καταθέσεις του Δημοσίου). 
(σ.σ. Εδώ θα ήθελα να σημειώσετε και να λάβετε υπόψη σας ότι μελετώντας έναν τραπεζικό ισολογισμό θα πρέπει να προσέξετε ότι - αντίθετα με ό,τι γνωρίζετε για ισολογισμούς άλλου τύπου επιχειρήσεων ή αυτού που αρκετοί πιστεύουν - στο παθητικό μιας τράπεζας εγγράφονται οι καταθέσεις, ενώ στο ενεργητικό της αντίθετα, εγγράφονται τα δάνεια, μαζί με άλλα περιουσιακά της στοιχεία. Εξ ου και η «δημιουργία» χρήματος μέσω του τραπεζικού συστήματος, πράγμα που δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω του mining των ψηφιακών νομισμάτων). 

Στις 4 Απριλίου 1938 εγκαινιάστηκε το κεντρικό κτίριο επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου (Πανεπιστημίου) 21. Μέχρι το 1938 η Τράπεζα φιλοξενήθηκε στο κτίριο της Κτηματικής Τράπεζας στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου (Πανεπιστημίου) 28.

Το κεντρικό κτίριο της Τράπεζας βρίσκεται στην καρδιά της Αθήνας, στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου 21, και αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα έκφρασης ακαδημαϊσμού της αρχιτεκτονικής των δημοσίων κτιρίων στην Ελλάδα του μεσοπολέμου. Το 1989, με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, το κτίριο χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Διοικητής της Τράπεζας ακολούθησε την Ελληνική Κυβέρνηση στην εξορία. Το απόθεμα χρυσού της Τράπεζας φυγαδεύτηκε μυστικά από την Αθήνα στην Κρήτη και στη συνέχεια στην Αίγυπτο, για να καταλήξει στη Νότια Αφρική. Ο λογοτέχνης Ηλίας Βενέζης που εργάστηκε στην Τράπεζα από το 1930 έως το 1957 περιγράφει την μυθιστορηματική αυτή επιχείρηση στο βιβλίο του «Το Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος (1955)».

Μετά το τέλος του Πολέμου, η οικονομία εν γένει και ιδιαίτερα το χρηματοπιστωτικό σύστημα βρίσκονταν σε έντονα αποδιοργανωμένη κατάσταση, ενώ ο κατοχικός υπερπληθωρισμός είχε εκμηδενίσει τις προπολεμικές ονομαστικές αξίες. Η κατάσταση αυτή, υπό τις συνθήκες κρίσης της εποχής, κρίθηκε ότι απαιτούσε στενή συνεργασία μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Κυβερνήσεων. Τη συνεργασία αυτή θεσμοποίησε η δημιουργία, το 1946, της Νομισματικής Επιτροπής. Η Επιτροπή περιλάμβανε τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας ως πρόεδρο, τέσσερεις άλλους Υπουργούς και τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Η θέση της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν σημαντική, καθώς η Τράπεζα είχε την ευθύνη σχεδιασμού και πρότασης μέτρων πολιτικής που, κατά κανόνα, υιοθετούνταν από την Επιτροπή.

Ίδρυση της Σχολής Τραπεζικών Σπουδών από τον Διοικητή της Τράπεζας Ξ. Ζολώτα το 1957. Τη δεκαετία του ‘50 ο Διοικητής της Τράπεζας Ξ. Ζολώτας ίδρυσε στην Τράπεζα της Ελλάδος, Σχολή Τραπεζικών Σπουδών διετούς φοιτήσεως. Συνέστησε επίσης τη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και έδωσε υποτροφίες σε οικονομολόγους που εργάζονται στην Τράπεζα για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. 

Το 1982, 36 χρόνια μετά από τη δημιουργία της, η Νομισματική Επιτροπή καταργήθηκε και οι περισσότερες των αρμοδιοτήτων της μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος (Νόμος 1266/1982). Όμως το περίπλοκο σύστημα άμεσων ελέγχων και πιστωτικών κανόνων, αν και κατ' επανάληψη τροποποιήθηκε, παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80. Υπό το σχήμα αυτό υιοθετήθηκε μια προσέγγιση σε δύο επίπεδα, σύμφωνα με τα οποία η Κυβέρνηση είχε την ευθύνη χάραξης της γενικής οικονομικής πολιτικής, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος ασκούσε τη νομισματική και συναλλαγματική πολιτική μέσα στα όρια του Καταστατικού της. 

Ο ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος άλλαξε και πάλι στα τέλη της δεκαετίας του '80, με τις κινήσεις ελευθέρωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Με τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Τράπεζας της Ελλάδος από 22.12.1997 και 25.4.2000, οι οποίες κυρώθηκαν με τους Νόμους 2609/11.5.1998 και 2832/13.6.2000 αντιστοίχως, το Καταστατικό της Τράπεζας της Ελλάδος τροποποιήθηκε ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η σταθερότητα των τιμών αναφέρεται πλέον ρητώς ως θεμελιώδης στόχος της Τράπεζας. Επίσης, εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία της Τράπεζας της Ελλάδος και προσδιορίζονται οι σχέσεις της με τη Βουλή και την Κυβέρνηση.

Ένα νέο όργανο δημιουργήθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος - το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής - αρμόδιο για τη νομισματική και συναλλαγματική πολιτική.

Το 2000 αποτέλεσε έτος-σταθμό στη σύγχρονη ελληνική οικονομική ιστορία αφού στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Ιούνιο αυτού του έτους επιβεβαιώθηκε ότι η Ελλάδα πληρούσε τα κριτήρια σύγκλισης για την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ από την 1 Ιανουαρίου 2001. 

Από τον Ιανουάριο 2001 η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί αναπόσπαστο μέλος του Ευρωσυστήματος, που απαρτίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT) και τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) που ανήκουν στη ζώνη του ευρώ. Έκτοτε η Τράπεζα της Ελλάδος συμβάλλει με τη δράση της στην επίτευξη των στόχων και την εκτέλεση των καθηκόντων του Ευρωσυστήματος, το οποίο χαράσσει και εφαρμόζει τη νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ.

Την 1η Ιανουαρίου 2002 τα τραπεζογραμμάτια και κέρματα ευρώ εισήχθησαν σε 12 χώρες με συνολικό πληθυσμό 308 εκατομμυρίων κατοίκων. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη νομισματική μετάβαση που έχει γίνει ποτέ σε ολόκληρο τον κόσμο. Στο εγχείρημα συμμετείχαν ο τραπεζικός τομέας, οι εταιρείες χρηματαποστολών, οι εμπορικές επιχειρήσεις, ο κλάδος παραγωγής και εκμετάλλευσης μηχανημάτων που δέχονται μετρητά και το ευρύ κοινό.
Στην Ελλάδα εφοδιάστηκαν με τα νέα νομίσματα και τραπεζογραμμάτια αρχικά 3.233 υποκαταστήματα τραπεζών και των Ελληνικών Ταχυδρομείων. Την 1.1.2002 άρχισαν να κυκλοφορούν τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα ευρώ, ενώ παράλληλα άρχισε η απόσυρση των δραχμών. Η μετάβαση ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο μήνες. Τα εθνικά τραπεζογραμμάτια και κέρματα έπαυσαν να αποτελούν νόμιμο χρήμα στο τέλος Φεβρουαρίου 2002. Η απόσυρση των δραχμών ολοκληρώθηκε την 1η Μαρτίου 2002. 

Όσον αφορά στην Ελληνική ασφαλιστική αγορά, ημερομηνία σταθμός είναι η 31η Ιουλίου 2010 που υπεγράφη ο νόμος 3867/2010 , σύμφωνα με το οποίο τη Τράπεζα της Ελλάδος ανάλαβε την εποπτεία των ασφαλιστικών εταιριών, μέσω της Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία έχουν αντληθεί από το επίσημο site της Τράπεζας της Ελλάδος (δείτε εδώ). 

nextdeal.gr

2020-11-22

Τα μυστικά της ΤτΕ: Ο μικρός θησαυρός, το καταφύγιο και οι κρύπτες

Το Business Daily ανοίγει τις θύρες της Τράπεζας της Ελλάδος για μια περιήγηση στους ατελείωτους διαδρόμους με τις εκατοντάδες αίθουσες που «μυρίζουν» ιστορία, το υπόγειο θησαυροφυλάκιο, το πολεμικό καταφύγιο και τις μυστικές κρύπτες.

Στην καρδιά της Αθήνας, σε απόσταση αναπνοής από την Πλατεία Συντάγματος, στην Οδό Πανεπιστημίου, δεσπόζει ένα από τα επιβλητικότερα κτίρια της πόλης: το κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος.

Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα κτίρια που καταλαμβάνει ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο και θεωρείται μνημείο αρχιτεκτονικής της Ελλάδας του μεσοπολέμου. Το κτίριο εγκαινιάστηκε στις 4 Απριλίου 1938 με κεντρική είσοδο επί της οδού Πανεπιστημίου και ήταν τετραώροφο. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επεκτάθηκε προς τις οδούς Ομήρου και Εδουάρδου Λω και αργότερα, τη δεκαετία του 1970, στην οδό Σταδίου καταλαμβάνοντας έτσι ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο.

Το 1982 προστέθηκε και 5ος όροφος, ενώ από το από το 1989 το κτίριο χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Τράπεζα της Ελλάδος, Άποψη της παλαιάς Αίθουσας Συναλλαγών

Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το εσωτερικό του κτιρίου θυμίζοντας περισσότερο μουσείο παρά τράπεζα. Η περιπλάνηση στις εκατοντάδες αίθουσες και τους ατελείωτους διαδρόμους αποτελεί μια μοναδική εμπειρία, μια χρονομηχανή που σε ταξιδεύει στην εποχή των δεκαετιών του ’50 και ‘60.

Δεν υπάρχει σημείο, όπου και να σταθείς, χωρίς κάτι να θαυμάσεις: πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, χαρακτικά, κεραμικά, νομίσματα, έπιπλα – αντίκες, τοιχογραφίες, υαλογραφήματα, ψηφιδωτές συνθέσεις και πολλά πολλά άλλα. Η συλλογή των έργων τέχνης καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της νεοελληνικής ζωγραφικής από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τα μέσα του 20ού και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, έργα των Κ. Βολανάκη, Ν. Λύτρα, Ν. Γύζη, Ι. Αλταμούρα, Ε. Δούκα, Οδ. Φωκά, Σπ. Βικάτου, Κ. Μαλέα, Ν. Φωτάκη.

Τράπεζα της Ελλάδος

Η ανέγερση του κτιρίου ξεκίνησε το 1933, μήνες μόνο μετά το οικονομικό αδιέξοδο του 1932 που υποχρέωσε την τότε κυβέρνηση του μεγάλου Ελευθερίου Βενιζέλου να προχωρήσει στην επ’ αόριστον αναστολή πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν πέντε χρόνια μετά και εγκαινιάστηκε τον Απρίλιο του 1938.

Τα μικρά «μυστικά» της Τράπεζας της Ελλάδος

Ο θεμέλιος λίθος του κεντρικού καταστήματος τοποθετήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1933, ενώ τα θεμέλια προικίστηκαν με έναν μικρό θησαυρό για καλοτυχία. Στα θεμέλια ο τότε διοικητής Εμμανουήλ Τσουδερός τοποθέτησε ένα κρυστάλλινο δοχείο με χρυσά και αργυρά νομίσματα από την αρχαιότητα μέχρι τους νεότερους χρόνους.

Τράπεζα της Ελλάδος

Πρώτο τοποθέτησε μέσα στο δοχείο ένα νόμισμα των Αθηνών με την κεφαλή της Αθηνάς, το σύμβολο της ΤτΕ και μαζί τοποθετήθηκαν νομίσματα από τους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της Κρήτης με το έμβλημα του Μίνωα της Κνωσσού, της Σάμου, της Κορίνθου, της Χίου, της Λαρίσης, του κυβερνήτη Καποδίστρια κ.α. Τελευταίο τοποθετήθηκε στο δοχείο ένα πολύ ξεχωριστό «φυλαχτό»: ένα χρυσό βυζαντινό νόμισμα όπου εικονιζόταν ο Άγιος Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη, ακολουθώντας την παλιά παράδοση να προσφέρεται ένα τέτοιο νόμισμα – φυλαχτό στα νεογέννητα.

Με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, στα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδος δημιουργήθηκαν ειδικές κρύπτες, στις οποίες φυλάχθηκαν και σώθηκαν από τους Γερμανούς κατακτητές οι θησαυροί του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Τράπεζα της Ελλάδος, Λεπτομέρεια από την παλαιά Αίθουσα Συναλλαγών

Βαθιά στα έγκατα του κτιρίου της ΤτΕ βρίσκεται επίσης καταφύγιο πολέμου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για μια μεγάλη χαμηλοτάβανη αίθουσα που δημιουργεί αισθήματα κατάνυξης και συγκίνησης: ειδικά οι επιγραφές στους τοίχους, που διατηρούνται και σήμερα, και με τις οποίες οι οποίες ζητείται να μην μιλά κανείς, ώστε να μην σπαταλάται το οξυγόνο.

Στο υπόγειο του κτιρίου δεσπόζει η αίθουσα με το κεντρικό θησαυροφυλάκιο της ΤτΕ, με τη θηριώδη θωρακισμένη θύρα βάρους 100 τόνων. Αν και πλέον οι χώροι φύλαξης των χαρτονομισμάτων βρίσκονται στις εγκαταστάσεις του Νομισματοκοπείου στο Χολαργό, εντούτοις οι άνθρωποι της ΤτΕ εξακολουθούν να αποφεύγουν να παράσχουν την παραμικρή πληροφορία για το θηριώδες θησαυροφυλάκιο του κεντρικού καταστήματος, ενώ η φωτογράφιση απαγορεύεται αυστηρά.

Τράπεζα της Ελλάδος: Διάδρομος 2ου ορόφου

Στους πάνω ορόφους, με τους ατελείωτους διαδρόμους και τις εκατοντάδες αίθουσες τα πάντα είναι εμποτισμένα από ιστορία: εδώ βρίσκονται οι αίθουσες όπου γίνονταν ομηρικές συζητήσεις με διαφωνίες για το μεταπολεμικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, όπου λήφθηκαν κρίσιμες αποφάσεις όπως η απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος και πραγματοποιήθηκε η προετοιμασία για την υιοθέτηση του ευρώ.

Τράπεζα της Ελλάδος, Αίθουσα συναντήσεων

Εδώ διαδραματίστηκαν πολλά από τα δραματικά επεισόδια της κρίσης του 2010 – 2015 με τις ατέλειωτες διαπραγματεύσεις με την τρόικα και τις συσκέψεις για την αντιμετώπιση της μεγάλης κρίσης, τις αγωνιώδεις συναντήσεις για την αντιμετώπιση της φυγής καταθέσεων, τις ανακεφαλαιοποιήσεις, τα «κόκκινα» δάνεια, τις συγχωνεύσεις τραπεζών κ.α.

Η ίδρυση της ΤτΕ

Η Τράπεζα της Ελλάδος, δημιουργήθηκε το 1927 σε μια ταραγμένη εποχή που χαρακτηρίζονταν από την υπερχρέωση του δημοσίου, τα μεγάλα ελλείμματα και τη νομισματική αστάθεια. Ανάλογη αστάθεια χαρακτήριζε και την πολιτική κατάσταση της χώρας.

Είχε προηγηθεί η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και η τραγωδία της προσφυγιάς. Το εξασθενημένο κράτος έπρεπε να αντιμετωπίσει, πέραν της κακής οικονομικής του κατάστασης, τις τεράστιες ανάγκες για την περίθαλψη, τη σίτιση, την αποκατάσταση και την αφομοίωση των προσφύγων, ενός πληθυσμού 1.250.000 ατόμων.

Ακολουθεί το 1925 η δικτατορία Θ. Πάγκαλου η οποία ανατράπηκε ένα χρόνο μετά. Υπό το βάρος μεγάλων οικονομικών προβλημάτων, η νέα κυβέρνηση του Γεωργίου Κονδύλη ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την Αγγλία για τη ρύθμιση των πολεμικών χρεών, που ήταν απαραίτητη προκειμένου να μπορέσει η κυβέρνηση να προσφύγει στην Κοινωνία των Εθνών (τον πρόδρομο του ΟΗΕ) για την λήψη νέου δανείου. Το δάνειο ήταν απαραίτητο για την αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος. Οι διαπραγματεύσεις ήταν σκληρές και επίπονες και, διαψεύδοντας τις προσδοκίες της νέας κυβέρνησης, καθόλου εύκολες. Οι Άγγλοι απαίτησαν την συνολική εξέταση της κατάστασης της χώρας και έθεσαν ως προϋποθέσεις για την χορήγηση του «προσφυγικού» δανείου την εξυγίανση του προϋπολογισμού, τη σταθεροποίηση του νομίσματος και την μεταρρύθμιση του τραπεζικού συστήματος.

Τράπεζα της Ελλάδος, Αίθουσα Γενικών Συνελεύσεων

Η κυβέρνηση προσπάθησε να αντισταθεί στον «εκβιασμό», όπως χαρακτηρίστηκαν οι απαιτήσεις των Άγγλων, υπογραμμίζοντας ότι η επιβολή ενός νέου διεθνούς οικονομικού ελέγχου θίγει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ηρωική αντίσταση αποδείχθηκε βραχύβια. Λίγους μήνες μετά, την άνοιξη του 1927, υπό την ασφυκτική πίεση της τραγικής οικονομικής κατάστασης, η κυβέρνηση αποφάσισε να «προσκαλέσει» τους εμπειρογνώμονες της Κοινωνίας των Εθνών για να εξετάσουν την ελληνική οικονομία. Στην πραγματικότητα απλά αποδέχθηκε τις απαιτήσεις των δανειστών. Έτσι η ελληνική οικονομία βρέθηκε (για άλλη μια φορά) υπό εποπτεία.

Μεταξύ άλλων, το υπόμνημα της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών υπογράμμιζε το ασυμβίβαστο η Εθνική Τράπεζα που αποτελούσε έναν από τους μεγαλύτερους δανειστές του Δημοσίου, να λειτουργεί ταυτόχρονα και ως εκδοτική τράπεζα. Για την αποκοπή του ομφάλιου λώρου μεταξύ κράτους και της τότε εκδοτικής τράπεζας αποφασίστηκε η δημιουργία μιας νέας τράπεζας που θα λειτουργούσε ως αμιγώς ως κεντρική εκδοτική τράπεζα και η οποία θα διατηρούσε σημαντικό βαθμό ανεξαρτησίας από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Παρά τις έντονες αντιδράσεις τόσο της κυβέρνησης όσο και της διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας, τελικά το εκδοτικό προνόμιο αφαιρέθηκε από την Εθνική.

Τράπεζα της Ελλάδος, Κεντρική είσοδος επί της οδού Πανεπιστημίου

Έτσι στις 15 Σεπτεμβρίου 1927 υπογράφηκε το Πρωτόκολλο της Γενεύης, με το οποίο η κυβέρνηση δεσμεύτηκε για σειρά ενεργειών και δράσεων με στόχο την δημοσιονομική, χρηματοπιστωτική και εν γένει οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας. Σε ό,τι αφορά την τραπεζική μεταρρύθμιση το Πρωτόκολλο προέβλεπε την παραίτηση της Εθνικής Τράπεζας από το εκδοτικό προνόμιο και την δημιουργία της Τράπεζας της Ελλάδος ως κεντρικής εκδοτικής τράπεζας, που θα ήταν ανεξάρτητη από την επιρρόη της εκάστοτε κυβέρνησης.

Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο (άρθρο IV):

«Νέα και ανεξάρτητος τράπεζα, κληθησομένη Τράπεζα της Ελλάδος, θα ιδρυθή εν Ελλάδι το ταχύτερον και θα αρχίση λειτουργούσα το βραδύτερον εξ μήνας μετά την έκδοση του δανείου, συμφώνως προς το σχέδιον συμβάσεως μεταξύ της ελληνικής κυβερνήσεως και της Εθνικής Τράπεζης της Ελλάδος και το σχέδιον καταστατικού, τα προσαρτώμενα τω παρόντι»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

businessdaily.gr

2018-02-22

Τράπεζα της Ελλάδος - Η Ίδρυσή της

Σχεδιάγραμμα και πηγές για την Τράπεζα της Ελλάδος,
λόγοι που οδήγησαν στην ίδρυσή της
και η συνεισφορά της στην ελληνική οικονομία

(Ιστορία Γ Λυκείου).

Σχεδιάγραμμα

Αφορμή

  • 1927: αίτημα Ελλάδας στην Κοινωνία των Εθνών για παροχή πρόσθετου δανείου

Αρμοδιότητες

  • διαχείριση χρεών
  • έκδοση χαρτονομίσματος
  • εφαρμογή κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής

Συνθήκες δημιουργίας

  • αντιδράσεις Εθνικής Τράπεζας
  • πιέσεις ξένων συμβούλων
  • Μάιος 1927: ίδρυση Τραπέζης Ελλάδος
  • 1928: λειτουργία Τραπέζης Ελλάδος

Έργο

  • σταθερή ισοτιμία δραχμής – ξένων νομισμάτων
  • έκδοση χαρτονομισμάτων με βάση τα αποθέματα χρυσού και συναλλάγματος
  • εξασφάλιση μετατρεψιμότητας δραχμής σε χρυσό

Αποτελέσματα στην οικονομία

  • περίοδος ευφορίας των δημόσιων οικονομικών
  • βελτίωση πιστοληπτικής ικανότητας του κράτους
  • ενίσχυση εισροής συναλλάγματος και επενδύσεων
  • ισχυρή δυναμική = πολιτικές, θεσμικές, οικονομικές πρωτοβουλίες κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου (1928-1932)

Πηγές

Πηγή 1: Η Ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος και τα Πρώτα Χρόνια Λειτουργίας της

Η Τράπεζα της Ελλάδος ιδρύθηκε σε συνέχεια του Πρωτοκόλλου της Γενεύης της 15ης Σεπτεμβρίου 1927 και άρχισε να λειτουργεί στις 15 Μαΐου 1928.

Η πρόταση για τη δημιουργία της κεντρικής τράπεζας έγινε από την Κοινωνία των Εθνών προκειμένου να στηριχθούν οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τα σοβαρά οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα της εποχής. Μέχρι την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος, τις λειτουργίες κεντρικής τράπεζας ασκούσε η μεγαλύτερη εμπορική τράπεζα της χώρας, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία είχε ιδρυθεί το 1841 και βαθμιαία είχε αποκτήσει μονοπώλιο επί του εκδοτικού προνομίου. Σύμφωνα με την Κοινωνία των Εθνών, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υπήρχε ασυμβίβαστο για την άσκηση δημόσιας εξουσίας, όπως η έκδοση του χαρτονομίσματος, παράλληλα με τη δραστηριότητα εμπορικής τράπεζας.

Στη νέα, κεντρική, τράπεζα μεταβιβάστηκαν από την Εθνική Τράπεζα στοιχεία ενεργητικού (κυρίως χρυσός και ομόλογα του Δημοσίου) και παθητικού (το εκδοθέν χαρτονόμισμα και ιδίως οι καταθέσεις του Δημοσίου).

Η Τράπεζα της Ελλάδος άρχισε τη λειτουργία της τον Μάιο του 1928 με προσωπικό 500 ατόμων. Στη συνέχεια, η Τράπεζα άνοιξε έναν αριθμό πρακτορείων και υποκαταστημάτων κυρίως για την τροφοδότηση των τοπικών αγορών σε χαρτονόμισμα και για τη διενέργεια πληρωμών ή/και εισπράξεων για λογαριασμό του Δημοσίου. Στις 4 Απριλίου 1938 η έδρα της Τράπεζας μεταφέρθηκε στη σημερινή της θέση.

Το Πρωτόκολλο της Γενεύης καθόρισε, επίσης, το περιεχόμενο της δραχμής σε χρυσό και όρισε ότι η δραχμή θα ακολουθούσε τον Κανόνα Χρυσού-Συναλλάγματος. Σύμφωνα μάλιστα με το ‘Aρθρο 4 του αρχικού Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος “κύριον καθήκον της Τραπέζης είναι η εξασφάλισις της σταθερότητος της εις χρυσόν αξίας των γραμματίων αυτής. Προς τον σκοπόν τούτον θα ρυθμίζη, εντός των ορίων του Καταστατικού αυτής, την κυκλοφορίαν και την πίστιν εν Ελλάδι”.

Πηγή 2: Η Ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος

Η Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών που ήλθε τότε εις την Ελλάδα διά την έρευναν των οικονοµικών της, τον Απρίλιον του 1927, ήτο υπό την προεδρίαν του Παρέδρου Γενικού Γραµµατέως της Κοινωνίας των Εθνών Avenol. Την απήρτιζαν τα µέλη του ∆ηµοσιονοµικού και Οικονοµικού Τµήµατος της Γραµµατείας της Κοινωνίας των Εθνών Ε. Felkin, Jaques Rueff και J. Von Walre de Bordes. ΄Επειτα από µελέτην ολίγων εβδοµάδων η Επιτροπή είχε µίαν σύνθεσιν όλου του οικονοµικού µας προβλήµατος. Εις έκθεσιν της προς την ∆ηµοσιονοµικήν Επιτροπήν, τέλη Μαΐου 1927, η Επιτροπή υπέβαλε τέσσερα υποµνήµατα:

  1. Επί της ταµιακής καταστάσεως του Κράτους.
  2. Επί του προϋπολογισµού.
  3. Επί της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος.
  4. Επί της οικονοµικής καταστάσεως της Χώρας.

[…] Ιδού αι συγκεκριµέναι προτάσεις της ∆ηµοσιονοµικής Επιτροπής όπως καθορίζονται εις την έκθεσίν της, χρονολογίας 14 Ιουνίου 1927, προς το Συµβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών.

Έλεγε η ∆ηµοσιονοµική Επιτροπή: «Μία Εθνική Τράπεζα οφείλει να αναλάβη τας βαρείας ευθύνας της σταθεροποιήσεως του νοµίσµατος. Η Επιτροπή είναι ευτυχής διαπιστούσα ότι η ανάγκη της αναθεωρήσεως των εργασιών της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, διά να καταστούν συµφωνότεραι προς τας των άλλων εκδοτικών Τραπεζών, έχει αναγνωρισθή πλήρως.

Η Επιτροπή περιορίζεται να αναφέρη εν γενικαίς γραµµαίς τας µεγάλας αρχάς, των οποίων η πείρα έχει αποδείξει την αξίαν και αι οποίαι δέον να εφαρµοσθούν εάν επιθυµή τις να ασφαλίση την ικανοποιητικήν δράσιν µιας Εκδοτικής Τραπέζης, εις την οποίαν ανήκει κυρίως η ευθύνη της διατηρήσεως της νοµισµατικής σταθερότητος.

Μεταξύ των αρχών τούτων δύναταί τις να µνηµονεύση:

1) Την ανεξαρτησίαν της Τραπέζης. 2) Το αποκλειστικόν δικαίωµα της εκδόσεως τραπεζογραµµατίων. 3) Τον περιορισµό των εργασιών της Τραπέζης εις δάνεια και προεξοφλήσεις βραχυπροθέσµους, δυναµένας να ρευστοποιηθούν αφ΄ εαυτών. 4) Την µείωσιν του προς την Τράπεζαν χρέους του Κράτους και τον επακριβή καθορισµόν των προς το Κράτος µελλοντικών πιστώσεων. 5) Την συγκέντρωσιν παρά τη Εθνική Τραπέζη όλων των ταµειακών δοσοληψιών του Κράτους και των κρατικών επιχειρήσεων. 6) Την απόκτησιν καλύµµατος επαρκούς διά την καθ΄ ενιαίον τρόπον ρύθµισιν της κυκλοφορίας.

Η ∆ηµοσιονοµική Επιτροπή, βάσει των πληροφοριών τας οποίας κατέχει, νοµίζει ότι ποσόν εκ τριών εκατοµµυρίων λιρών Αγγλίας θα ενίσχυεν επαρκώς την θέσιν της Τραπέζης, εις τρόπον ώστε να δυνηθή να αναλάβη αύτη τας επαυξηθείσας ευθύνας της.»

[…]

Ήτο φανερόν ότι αι διαπραγµατεύσεις της Γενεύης θα εναυάγουν, εφόσον η διάστασις της ∆ηµοσιονοµικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών και των ελληνικών οικονοµικών κύκλων – δηλαδή της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος – ήτο ριζική εις ουσιώδη σηµεία της τραπεζικής µεταρρυθµίσεως. Το σχέδιον της αναδιοργανώσεως των οικονοµικών µας µε την βοήθειαν της Κοινωνίας των Εθνών θα έπρεπε να εγκαταλειφθή.

Τότε, διά πρώτην φοράν, ο Εµµανουήλ Τσουδερός έρριψε την ιδέαν: Αντί να παραιτηθή από τας εµπορικάς της εργασίας η Εθνική Τράπεζα και να περιορισθή εις εργασίας εκδοτικής Τραπέζης, να γίνη το αντίθετον. ∆ηλαδή να αποσπασθή το εκδοτικόν προνόµιον από την Εθνικήν Τράπεζαν, η οποία να µείνη Τράπεζα εµπορική, και να ιδρυθή νέα καθαρώς Εκδοτική Τράπεζα.

[…]

Η ∆ιοίκησις της Εθνικής Τραπέζης τελικώς εδέχθη το σχέδιον Τσουδερού. Το είχε δεχθή ευθύς εξ αρχής – καθώς προκύπτει από το γράµµα Τσουδερού προς ∆ιοµήδην – και η Υποεπιτροπή της ∆ηµοσιονοµικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών. Το εδέχετο και ο Υπουργός των Οικονοµικών της Ελλάδος Γεώργιος Καφαντάρης. Εις δηλώσεις του της 20 Ιουλίου 1927 ανεκοίνωσε διά πρώτην φοράν ότι συζητούνται δύο σχέδια: το εν που αφορά την µετατροπήν της Εθνικής Τραπέζης εις Εκδοτικήν· και το άλλο την ίδρυσιν καθαρώς Εκδοτικής Τραπέζης[1].

Ο Εµµανουήλ Τσουδερός, επιστρέψας από την Γενεύην εις τας Αθήνας, έφερε µαζύ του και ένα προσχέδιον Καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος, καθώς και ένα σχέδιον Συµβάσεως µεταξύ Κράτους και Εθνικής Τραπέζης διά τα ζητήµατα που θα προέκυπτον από την απόσπασιν του εκδοτικού προνοµίου από την Εθνικήν. Τα σχέδια αυτά τα είχε επεξεργασθή η Υποεπιτροπή της ∆ηµοσιονοµικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών και τα είχε εγκρίνει η ολοµέλεια της ιδίας Επιτροπής.

Τότε εξεδηλώθη άλλη διαφωνία επί των σχεδίων αυτών. Προήρχετο από το Λαϊκόν Κόµµα. […]

Πράγµατι η Κυβέρνησις Συνασπισµού, λόγω της διαφωνίας του Λαϊκού Κόµµατος, παραιτήθη. ΄Εγινε νέα Κυβέρνησις από τα άλλα τέσσαρα Κόµµατα υπό την Προεδρίαν του Αλεξάνδρου Ζαΐµη.

Η νέα Κυβέρνησις ενεφανίσθη εις την Βουλήν. Και η Βουλή, απέχοντος του Λαϊκού Κόµµατος (Συνεδρίασις 28 Αυγούστου 1927), ενέκρινε την γενικήν οικονοµικήν πολιτικήν της Κυβερνήσεως και τας προγραµµατικάς δηλώσεις του Προέδρου της Αλέξανδρου Ζαΐµη, ο οποίος είχε ζητήσει «άµεσον επιψήφισιν µέτρων συναφών προς οργάνωσιν και εύρυθµον λειτουργίαν Κεντρικής Εκδοτικής Τραπέζης.»

∆εν υπήρχον πλέον εµπόδια διά να ιδρυθή αµιγής Εκδοτική Τράπεζα, η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία µη αποβλέπουσα εις κέρδη εµπορικής Τραπέζης θα υπηρέτει το συµφέρον µόνον του ΄Εθνους.

Η Ελληνική Κυβέρνησις, την οποίαν εξεπροσώπει ο Υπουργός των Οικονοµικών Γεώργιος Καφαντάρης και ο Γενικός ∆ιευθυντής του Γενικού Λογιστηρίου Γεώργιος Μαντζαβίνος, το ∆ηµοσιονοµικόν Τµήµα της Κοινωνίας των Εθνών, και οι αντιπρόσωποι της Εθνικής Τραπέζης – ο Αλέξανδρος ∆ιοµήδης και ο Ιωάννης ∆ροσόπουλος, ως ∆ιοικητής ο πρώτος και ως Συνδιοικητής ο δεύτερος – και ο καθηγητής Κυριάκος Βαρβαρέσος συνειργάσθησαν εις την τελικήν κατάρτισιν της διεθνούς πράξεως που επέβαλε την τραπεζιτικήν µεταρρύθµισιν εις την Ελλάδα. Είναι το Πρωτόκολλον της Γενεύης της 15 Σεπτεµβρίου 1927.

Το Πρωτόκολλον της Γενεύης µε τα εξ παραρτήµατά του προέβλεπε τους όρους υπό τους οποίους η Κοινωνία των Εθνών έδιδε την συγκατάθεσίν της διά την συνοµολόγησιν τριµερούς δανείου προς την Ελλάδα εξ εννέα εκατοµµυρίων λιρών Αγγλίας διά την σταθεροποίησιν του νοµίσµατος, την εκκαθάρισιν των εκκρεµών λογαριασµών του ∆ηµοσίου κλπ. Μία από τας προϋποθέσεις διά την συγκατάθεσιν αυτήν ήτο και η ίδρυσις της Τραπέζης της Ελλάδος. Το άρθρον ΙV του Πρωτοκόλλου καθορίζει σχετικώς:

«1)Νέα και ανεξάρτητος Τράπεζα, κληθησοµένη «Τράπεζα της Ελλάδος», θα ιδρυθή εν Ελλάδι το ταχύτερον και θα αρχίση λειτουργούσα το βραδύτερον εξ µήνας µετά την έκδοσιν του δανείου, συµφώνως προς το σχέδιον Συµβάσεως µεταξύ της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και το σχέδιον Καταστατικού, τα προσαρτώµενα τώ παρόντι (Παραρτήµατα ΙΙΙ και IV). Η εν λόγω Τράπεζα θα εκτελή τας λειτουργίας τας ανατιθεµένας εις αυτήν υπό της ρηθείσης Συµβάσεως και Καταστατικού, ιδία δε θα πραγµατοποιήση και θα διατηρή την σταθεροποίησιν του ελληνικού νοµίσµατος εν σχέσει προς τον χρυσόν, και την συγκέντρωσιν εις την Τράπεζαν όλων των εισπράξεων και πληρωµών του Κράτους και των κρατικών Επιχειρήσεων.

2) Η Ελληνική Κυβέρνησις αναλαµβάνει να λάβη πάντα τα αναγκαία µέτρα προς πραγµατοποίησιν της νόµω σταθεροποιήσεως του ελληνικού νοµίσµατος εν σχέσει προς τον χρυσόν, από της ηµέρας της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος.

3) Προς σταθεροποίησιν του ελληνικού νοµίσµατος, το εν τρίτον του προϊόντος του δανείου (τρία εκατοµµύρια λιρών Αγγλίας) θα χρησιµοποιηθή υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως δια την εξόφλησιν µέρους του ∆ηµοσίου χρέους, το οποίον θα µεταβιβασθή υπό της Εθνικής Τραπέζης εις την Τράπεζαν της Ελλάδος.»

Μαζύ µε τα παραρτήµατα του Πρωτοκόλλου της Γενεύης ήτο και το Καταστατικό της Τραπέζης της Ελλάδος και η Σύµβασις της 27 Οκτωβρίου 1927 µεταξύ του Ελληνικού ∆ηµοσίου και της Εθνικής Τραπέζης, βάσει της οποίας η Εθνική Τράπεζα παρητείτο υπέρ της Τραπέζης της Ελλάδος από το εκδοτικόν της προνόµιον.

Η Γενική Συνέλευσις της Κοινωνίας των Εθνών ενέκρινε το Πρωτόκολλον και τα Παραρτήµατά του εις τας 22 Σεπτεµβρίου 1927. Την 7 ∆εκεµβρίου του ιδίου έτους η Ελληνική Βουλή ενέκρινε τα Νοµοθετικά ∆ιατάγµατα που είχαν εκδοθή διά την κύρωσιν του Πρωτοκόλλου της Γενεύης και των Παραρτηµάτων του. Την 1 Μαρτίου 1928, εξ άλλου, η Γενική Συνέλευσις των Μετόχων της Εθνικής Τραπέζης ενέκρινε οµοφώνως την από 27 Οκτωβρίου 1927 Σύµβασιν µεταξύ του Ελληνικού ∆ηµοσίου και της Εθνικής Τραπέζης περί παραιτήσεώς της από το εκδοτικόν προνόµιον.

Ο Αλέξανδρος ∆ιοµήδης εξήγησε εις τους µετόχους της Εθνικής Τραπέζης τους λόγους που υπεχρέωναν την Εθνικήν Τράπεζαν να παραιτηθή από το προνόµιόν της και καθώριζε την πολιτικήν της νέας Τραπέζης της Ελλάδος, της οποίας έµελλε να γίνη και ο πρώτος ∆ιοικητής.

«Ο άξων – έλεγε – της όλης εξυγιαντικής του νοµίσµατος πολιτικής είναι η νέα Εκδοτική Τράπεζα. Οργανούται αύτη ως τραπεζιτικόν ίδρυµα στερούµενον κατ΄ αρχήν ελευθέρου κερδοσκοπικού χαρακτήρος. Πάσα αυτού πράξις και ενέργεια πρέπει να έχη ως ελατήριον την οικονοµικήν ωφέλειαν του συνόλου, άνευ απόψεως πορισµού κερδών. Τα κέρδη είναι πεπερασµένα, και πεπερασµένον το όριον του διανεµοµένου µερίσµατος.

Αυτός είναι ο απολύτως ισχυρός λόγος δι’ ον επεβάλλετο η απόσχισις της εκδοτικής λειτουργίας από της µέχρι τούδε ασκούσης ταύτην Εθνικής Τραπέζης. Αύτη, σύµφωνα µε µακράν παράδοσιν εις ην ακλονήτως έµενε πιστή, ήσκησε βεβαίως πάντα τα έργα της µε πνεύµα κοινωφελούς Οργανισµού, αποβλέπουσα συνεχώς εις την εξυπηρέτησιν πρωτίστως του κοινού συµφέροντος. Ηθικοί όµως λόγοι επέβαλλον εις αυτήν τούτο, ουχί οικονοµική και νοµική υποχρέωσις.

Σήµερον δεν ήτο πλέον οικονοµικώς δυνατόν η Εθνική Τράπεζα, ως είχεν εξελιχθή µετά υπερογδοηκονταετή βίον, να ασκή και το εκδοτικόν δικαίωµα. Η σύγκρουσις µεταξύ των δύο ιδιοτήτων, Τραπέζης Εκδοτικής κοινής ωφελείας και Τραπέζης ιδιωτικής στηριζοµένης επί καταθέσεων τας οποίας πρέπει κερδοσκοπικώς να χρησιµοποιήση, θα ήτο µοιραία, µοιραίον δε θα ήτο ότι θα κατίσχυεν η δευτέρα ιδιότης ως ισχυροτέρα και επιβλητικωτέρα, µοιραία δε οπωσδήποτε θα ήτο η συνεχής υπόνοια ότι η έκδοσις, ήτις θέτει εις χείρας της ασκούσης το δικαίωµα τούτο Τραπέζης όπλον οικονοµικώς ακαταµάχητον, δεν ωρµήθη εξ απόψεως καθαρώς αντικειµενικών.

Ο οργανισµός των εκδοτικών Τραπεζών εις όλα πλέον τα Κράτη, τα εισελθόντα εις τον δρόµον της νοµισµατικής εξυγιάνσεως, αποτελεί συµβιβασµόν µεταξύ των οξυτάτων αντιθέσεων τας οποίας εµφανίζουν αι ανταγωνιζόµεναι αλλήλας κοινωνικαί και οικονοµικαί αντιλήψεις αι θεωρητικώς αδιάλλακτοι. Είναι απόλυτος ανάγκη όµως – και τυφλός είναι όστις δεν βλέπει την ανάγκην ταύτην – να υπάρχη, εν µέσω της πολυσυνθέτου οικονοµικής ζωής των συγχρόνων κοινωνιών, οργανισµός ισχυρός αλλά και εξ υποχρεώσεως νοµικής ανιδιοτελής, όστις να ασκή την κανονιστικήν του λειτουργίαν προς διατήρησιν κατά το δυνατόν της εκάστοτε απειλουµένης οικονοµικής ισορροπίας.

Την αποστολήν και το καθήκον αυτό θα έχη παρ’ ηµίν η Εκδοτική Τράπεζα υπό την επωνυµίαν «Τράπεζα της Ελλάδος».

Η Τράπεζα της Ελλάδος ήτο πλέον γεγονός. Εν τω µεταξύ, το τριµερές Ελληνικόν ∆άνειον των εννέα εκατοµµυρίων αγγλικών λιρών είχε εκτεθή εις δηµοσίαν εγγραφήν εις το Λονδίνον και την Νέαν Υόρκην εις τας 31 Ιανουαρίου 1928, και είχε καλυφθή πέντε φοράς µέσα εις ολίγας ώρας.

Η Τράπεζα της Ελλάδος εθεµελιώνετο µε καλούς οιωνούς. Με καλάς ελπίδας.

Ηλία Βενέζη «Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος», Αθήνα,1955


[1] Η πρώτη νύξις εις τον τύπον έγινε εις άρθρον του «Οικονοµικού Ταχυδρόµου» της 17ης Ιουλίου 1927 που έλεγε: «Έχοντες υπ’ όψιν την µέχρι τούδε δράσιν της Εθνικής Τραπέζης ως καθαρώς τραπεζιτικού οργανισµού, ρίπτοµεν την ιδέαν της διατηρήσεως του Ιδρύµατος µε όλους τους κλάδους των τραπεζιτικών εργασιών εις τους οποίους ασχολείται σήµερον, και την ίδρυσιν Εθνικής Εκδοτικής Τραπέζης της Ελλάδος προς άσκησιν του εκδοτικού δικαιώµατος και την διενέργειαν της ταµειακής διαχειρίσεως του Κράτους».

Πηγή

Το καταστατικό της Τράπεζας της Ελλάδος κατοχύρωνε την ανεξαρτησία της από την πολιτική εξουσία με διατάξεις που ήταν από τις πιο προωθημένες της εποχής.[…] Η κύρια αποστολή που ανατέθηκε στη νέα τράπεζα ήταν να εγγυάται τη μετατρεψιμότητα του νομίσματος. Για να την εκπληρώσει η τράπεζα διέθετε το αποκλειστικό προνόμιο έκδοσης τραπεζογραμματίων και δικαιούνταν, σύμφωνα με το καταστατικό της, να ελέγχει τη νομισματική κυκλοφορία και την πίστη.

Το καταστατικό προέβλεπε ότι το εκδοτικό προνόμιο μπορούσε να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή, αν η τράπεζα αποτύγχανε να εξασφαλίσει τη σταθερότητα της αξίας των τραπεζογραμματίων της σε χρυσό. […] […] Το καταστατικό όριζε το ελάχιστο του καλύμματος των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων στο 40%. Το κάλυμμα περιλάμβανε χρυσό και ξένο συνάλλαγμα ελεύθερα μετατρέψιμο σε χρυσό. […] Η διοίκηση της τράπεζας ανετίθετο στο διοικητικό συμβούλιο. Αυτό αποτελείτο από τον διοικητή, τον υποδιοικητή και εννέα μέλη. Τουλάχιστον τρία από τα μέλη του εκπροσωπούσαν τον εμπορικό και βιομηχανικό κόσμο και άλλα τρία τον αγροτικό κόσμο της χώρας. […] Η κυβέρνηση διατηρούσε επίσης το δικαίωμα να διορίζει έναν επίτροπο στην τράπεζα. Πρώτοι διοικητής και υποδιοικητής διορίσθηκαν οι Αλέξανδρος Διομήδης και Εμμανουήλ Τσουδερός αντιστοίχως, οι οποίοι κατείχαν ως τότε αυτές τις θέσεις στην Εθνική Τράπεζα. […] Το Πρωτόκολλο της Γενεύης ρητώς προόριζε τη νέα τράπεζα να λειτουργήσει ως τραπεζίτης της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση ανέλαβε την υποχρέωση να συγκεντρώσει στην Τράπεζα της Ελλάδος όλες τις εισπράξεις και τις πληρωμές του κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

(Χρ. Χατζηϊωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, Τόμος Β΄, Μέρος 1ο: Ο Μεσοπόλεμος, 1922-1940, Αθήνα 2002, σσ. 262-3).

Ημερήσια 2010

filologika.gr