Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κτίριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κτίριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2024-07-18

Τράπεζα της Ελλάδος Βόλου - Ρημάζει το στολίδι της πόλης

Το αρχαιότερο υποκατάστημα «μαραζώνει» στο κέντρο του Βόλου – Τι λέει ο Βολιώτης μηχανικός Νίκος Μαντζίρης

Το κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος στον Βόλο αποτελεί ένα αρχιτεκτονικό στολίδι, το οποίο όμως μαραζώνει από τον Ιούλιο του 2022 όποτε και κατέβασε ρολά

«Καμπανάκι» για ένα κτίριο το οποίο αποτελεί «στολίδι» για την πόλη του Βόλου χτυπούν συμπολίτες. Ο λόγος για το κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος στην οδό Ιάσονος, το οποίο αποτελεί το αρχαιότερο υποκατάστημα της τράπεζας στην Ελλάδα, το οποίο ρημάζει από τη στιγμή που οι υπηρεσίες του κατέβασαν «ρολά» στον Βόλο.

Το «λουκέτο» μπήκε πριν ακριβώς δύο χρόνια μετά από 87 χρόνια συνεχούς λειτουργίας. Εκτοτε δεν υπήρξε καμία παρέμβαση για την αξιοποίησή του, ενώ ο προαύλιος χώρος από την κεντρική είσοδο του κτιρίου, στην οδό Αργοναυτών, που εφάπτεται με την παραλία, τις περισσότερες ώρες της ημέρας μετατρέπεται σε υπαίθριο πάρκινγκ.

Το κατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος στον Βόλο αποτελεί χρόνια τώρα σημείο αναφοράς για την πόλη, ενώ εναι το πρώτο υποκατάστημα που κτίστηκε από την Τεχνική Υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδος, σε μια εποχή κατά την οποία ο Βόλος αποτελούσε σημαντικό βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο και το λιμάνι του είχε απευθείας σύνδεση με πολλά λιμάνια της Ελλάδος και άλλων χωρών.

Είναι χτισμένο σε νεοκλασικό ύφος και πιστό στο κτιριολογικό πρόγραμμα των καταστημάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ η είσοδος με τους τέσσερις λευκούς ιωνικούς κίονες έχει «υμνηθεί» από αρχιτέκτονες.

Εάν το κτίριο δεν αξιοποιηθεί σύντομα θα ρημάξει

Μιλώντας στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ ο γνωστός Βολιώτης πολιτικός μηχανικός Νίκος Μαντζίρης, ενεργός πολίτης πάνω απ’ όλα, εκφράζει προβληματισμό και εμμέσως πλην σαφώς την ενόχλησή του, διότι αφού έκλεισε, δεν υπάρχει το ενδιαφέρον και η αναγκαία συντήρηση.

«Γνωρίζουμε ότι ένα κλειστό και σε αχρησία κτίριο, απαξιώνεται γρηγορότερα από όταν βρίσκεται σε λειτουργία.

Είναι οφθαλμοφανής η εγκατάλειψή του. Και αυτή αρχίζει από την ταράτσα και τα δώματα.

Εκεί που κάποτε γίνανε εκτεθειμένες στον ήλιο και στον καιρό κοινότυπες υγρομονώσεις με ημερομηνία λήξεως.

Κάποια στιγμή απρόσμενη (αλλά όχι μακρινή), θα μπουν νερά στο κτίριο. Κανείς δεν θα το πάρει είδηση. Αλλά το κακό θα προχωράει με ταχείς ρυθμούς.

Το αρχοντικό εσωτερικό του κτιρίου θα σαπίσει και οι τοιχοποιΐες θα φουσκώσουν. Οι γύψινες διακοσμήσεις θα καταρρεύσουν. Τα αξιόλογα κουφώματά της, έργα τέχνης, δεν θα παρέχουν πλέον ασφάλεια», σημειώνει.

Σύμφωνα με τον ίδιο «επειδή το όλο στατικό μοντέλο είναι σύνθετο, από φέρουσες τοιχοποιίες και παλαιού τύπου φέροντα στοιχεία σκυροδέματος, ο έλεγχος και η αποκατάσταση των βλαβών που θα επέλθουν, θα είναι πολύπλοκες και ιδιαίτερα κοστοβόρες», γι’ αυτό και εκφράζει ανοιχτά την ανησυχία του, πως «αυτό το ιστορικό και σπάνιο αρχιτεκτόνημα θα καταλήξει σύντομα σε Κίτρινη Αποθήκη και πλέον θα είναι αργά.

Ας αναλάβει κάποιος φορέας την χρήση και συντήρηση αυτού του κοσμήματος με σεβασμό στην ιστορία της πόλης μας στην πράξη πλέον και όχι στα λόγια».

ΒΑΣΩ ΚΥΡΙΑΖΗ

taxydromos.gr

2021-12-15

Μνημείο αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας το κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος

Μνημείο ανεκτίμητης αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας αποτελεί το κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος στην οδό Δημάρχου Κόλλα στην καρδιά της παλιάς πόλης της Κέρκυρας.

Μετά τους βομβαρδισμούς από τους Ναζί τον Σεπτέμβριο του 1943 υπέστη μεγάλες φθορές και με υπουργική απόφαση κηρύχθηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Στη συνέχεια, η Τράπεζα της Ελλάδος αγόρασε το κτίριο και ανέλαβε την εσωτερική και εξωτερική αποκατάστασή του. 

Η ενδιαφέρουσα ιστορία του κτιρίου που στεγάζει το υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος ξεκινά τον 17ο αιώνα. Η πρώτη μαρτυρία που έχουμε είναι αυτή του Ανδρέα Μάρμορα στην « Historia di Corfu» (1672). Σύμφωνα με τον Κερκυραίο ιστοριογράφο, το Παλάτι του Λατίνου Αρχιεπισκόπου  (Palazzo arciepiscopale) κτίσθηκε για έναν από τους δύο βενετούς συμβούλους το 1630 και αργότερα παραχωρήθηκε ως οικία στο Λατίνο αρχιεπίσκοπο το 1632. Τότε ήταν που ο ναός των Αγίου Ιακώβου και Χριστοφόρου (Duomo)  ορίστηκε ως μητροπολιτικός. 

Μια άλλη μαρτυρία για το μέγαρο αποτελεί ένας πίνακας που φιλοτεχνήθηκε στο διάστημα 1725-1726 με εντολή του Αρχιεπισκόπου Angelo Maria Quirini. 

Ο ισχυρός σεισμός του 1743 προκαλεί μεγάλες ζημιές ενώ με τον σεισμό του 1745 η καταστροφή του κτιρίου ήταν αναπόφευκτη. 

Μια επιγραφή που βρίσκεται στον δυτικό εξωτερικό τοίχο μας πληροφορεί ότι το 1754 ο Λατινεπίσκοπος Nani ανακατασκεύασε το κτίριο. 

Με τη νέα του μορφή ήταν ένα τριώροφο κτίριο με αρχιτεκτονική τυπικά ενετική στα παράθυρα και στους εξώστες.  Η πρόσβαση σ’ αυτό γινόταν από μια επιβλητική σκάλα και είχε τοξωτή είσοδο. Στο αέτωμα του επιστυλίου υπήρχε μέσα σε κύκλο ένα  ανάγλυφο λιοντάρι, σύμβολο της Γαληνοτάτης. Ακόμη, υπήρχε ένα παρεκκλήσι και μια αίθουσα για τις επίσημες τελετές. 

Το 1797 οι Γάλλοι Δημοκρατικοί αποφασίζουν την εκδίωξη του Αρχιεπισκόπου Fenzi και το κτίριο δημεύεται και χρησιμοποιείται ως Κυβερνείο για να συνεδριάζει η Δημαρχία. 

Το 1799 όταν καταλαμβάνουν το νησί οι Ρωσότουρκοι το μέγαρο γίνεται η έδρα της κεντρικής κυβέρνησης που έφερε την ονομασία «Ιόνιος Γερουσία». Στις 7 Ιουνίου  της ίδιας χρονιάς στο άλλοτε Παλάτι του Αρχιεπισκόπου  εκλέγεται ο πρώτος Ορθόδοξος Μητροπολίτης  Κέρκυρας. 

Στα χρόνια της βρετανικής «προστασίας» λειτούργησε ως δικαστήριο. Με αρκετές μετατροπές στο εσωτερικό του συνέχισε να λειτουργεί ως δικαστήριο μετά την Ένωση των Επτανήσων μέχρι και τους γερμανικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς του 1943. 

Πηγή: «Δημόσια κτίρια στην Κέρκυρα την περίοδο της Βενετικής κυριαρχίας (1571-1797), Χρυσούλα Βοσκοπούλου, διδακτορική διατριβή, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΑΠΘ, 2005. 

Συντάκτης: Νίκος Στούπης

Πηγή: corfuland.gr

2021-03-22

Ψηφίδες ιστορίας στο οικοδομικό τετράγωνο Νο15

 Το τετράγωνο Πανεπιστημίου-Ομήρου-Σταδίου-Εδουάρδου Λω, όπου βρίσκεται το κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι ένα παλίμψηστο, που μαρτυρά την αδιάλειπτη συνέχεια της ιστορίας στην περιοχή, από τον 10 π.Χ. αιώνα μέχρι σήμερα.

Αεροφωτογραφία της BA πλευράς της Αθήνας περί το 1930. Εικονίζονται οι οδοί Σταδίου και Πανεπιστημίου, από τη Βουκουρεστίου. [Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου]

  

«Κατά την εκσκαφήν των θεμελίων ανευρέθησαν τάφοι αρχαίοι περιέχοντες αγγεία, τινά των οποίων ήσαν εν καλή καταστάσει και διετηρήθησαν ως ανάμνησις εις τα γραφεία της Διοικήσεως εις ειδική προς τούτο προθήκην».

Το 1938 στα εγκαίνια του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, επί της οδού Πανεπιστημίου 21 σήμερα, μία και μόνο πρόταση στον επετειακό τόμο που είχε εκδοθεί για το γεγονός ήταν η επίσημη αναφορά στα 43 ευρήματα, που ως αδιάψευστοι μάρτυρες του αρχαιολογικού παρελθόντος αναδύθηκαν από τη γη για να αποδείξουν με την παρουσία τους την αδιάλειπτη συνέχεια της Ιστορίας στην περιοχή. Πανεπιστημίου - Ομήρου - Σταδίου - Εδουάρδου Λω, το οικοδομικό τετράγωνο με το νούμερο 15, στο οποίο αναπτύσσεται το κτηριακό συγκρότημα της Τράπεζας, είναι φτιαγμένο από τις πατημασιές των ανθρώπων και τα δημιουργήματά τους – ψηφίδες ιστορίας που άλλαζαν στο πέρασμα των αιώνων, αφήνοντας το στίγμα τους σε κάθε εποχή και οδηγώντας νομοτελειακά σε μία διαρκή μεταμόρφωση.

insidestory.gr

 

2021-03-05

Τι βρισκόταν κάτω από το εμβληματικό κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος;

Το κεντρικό, ιστορικό κτίριο της οδού Πανεπιστημίου 21, που εγκαινιάστηκε στις 4 Απριλίου 1938, θεμελιώθηκε εκεί όπου ξεκινούσε η πορεία των κατοίκων της πόλης προς το επέκεινα.
Αρχαία αντικείμενα της Συλλογής της Τράπεζας της Ελλάδος

Ο περιπατητής της Πανεπιστημίου ή ο βιαστικός περαστικός σπανίως αναρωτιέται τι μπορεί να υπάρχει κάτω από το εμβληματικό κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος. Σπανίως, επίσης, μπορεί να φανταστεί τον τρόπο με τον οποίον είχε αρθρωθεί η πόλη της Αθήνας εντός και εκτός των τειχών της, που μόνο τα εμφανή σε σημεία της απομεινάρια λειτουργούν ως υπενθύμιση μιας καθημερινότητας που παραμένει αιωνίως γοητευτική και μυστηριώδης.

Μεγάλη μερίδα των Αθηναίων αγνοεί ότι το κεντρικό, ιστορικό κτίριο της οδού Πανεπιστημίου 21 στο πολύβουο κέντρο της Αθήνας, που εγκαινιάστηκε στις 4 Απριλίου 1938, θεμελιώθηκε εκεί όπου ξεκινούσε η πορεία των κατοίκων της πόλης προς το επέκεινα και πως στα σπλάχνα του εντοπίστηκαν το 1932 τάφοι του βορειοανατολικού νεκροταφείου της αρχαίας Αθήνας, που βρισκόταν εκτός των τειχών του άστεως.

Σε μια έκδοση του Κέντρου Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης της Τράπεζας της Ελλάδος με τίτλο «Εκ Θεμελίων», η συγγραφέας και δρ. Αρχαιολογίας Κλεοπάτρα Παπαευαγγέλου-Γκενάκου εξετάζει αφενός το αρχαιολογικό παρελθόν του οικοδομικού τετραγώνου που καταλαμβάνει η Τράπεζα, όπως αποτυπώνεται σε 43 αρχαία αντικείμενα που βρέθηκαν κατά την εκσκαφή των θεμελίων του κεντρικού κτιρίου της, αφετέρου το χωροταξικό περιβάλλον του, αξιοποιώντας αρχαιολογικές δημοσιεύσεις, παλαιούς χάρτες των Αθηνών, εικονογραφήσεις βιβλίων και περιοδικών, πίνακες ζωγραφικής και φωτογραφικά πανοράματα, και σε 400 σελίδες μάς παρουσιάζει μια περισπούδαστη μελέτη μέσα στην οποία ισορροπούν οι ιστορίες του αρχαίου και του σύγχρονου κόσμου και φανερώνεται το πλούσιο αρχαιολογικά υπέδαφος της Αθήνας και η ιστορία της γοργής ανάπτυξής της.

Ο πόνος της απώλειας του προσφιλούς προσώπου, η ελπίδα της μετά θάνατον ζωής και η λαχτάρα για αιώνια μνήμη αποτυπώνονται σε επιτύμβια σήματα και πλούσιες προσφορές αλλά και σε ταπεινούς τάφους που με μεγάλη φροντίδα οι οικείοι φροντίζουν, υπακούοντας σε ηθικούς κανόνες, αλλά και φοβούμενοι τη Νέμεση, αφού η μη πλήρωση των ταφικών υποχρεώσεων αποτελούσε ύβρη.

Οι εργασίες εκσκαφής κατά τη θεμελίωση του Μεγάρου
της Τράπεζας της Ελλάδος στη λεωφόρο Πανεπιστημίου

Η πρώτη αναφορά στην ύπαρξη αρχαίων τάφων και στην εύρεση κεραμικής στο οικόπεδο της Τράπεζας έγινε το 1938, στον επετειακό τόμο για τα εγκαίνια του κεντρικού καταστήματος, όταν ο τμηματάρχης της τράπεζας και πρώτος σχεδιαστής τραπεζογραμματίων Μιχαήλ Αξελός έδειξε το πρώτο αγγείο που βρέθηκε στον διευθυντή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Γεώργιο Οικονόμο. Η Τράπεζα ζήτησε την άδεια συγκρότησης μικρής συλλογής και τα 43 ανευρεθέντα αρχαία αντικείμενα βρήκαν τη θέση τους «εις ειδικήν προς τούτον προθήκην» στα γραφεία της διοίκησης.

Τα ευρήματα είναι τυχαία και δεν αποτελούν προϊόντα αρχαιολογικής ανασκαφής. Εκτός από τον τόπο και τον χρόνο εύρεσής τους, δεν είναι γνωστά άλλα, σημαντικά για την έρευνα στοιχεία, όπως ο αριθμός και ο τύπος των τάφων, η στρωματογραφία και γενικώς τα αρχαιολογικά συμφραζόμενα που θα επέτρεπαν τη διάκριση των ταφικών συνόλων ή θα πρόσφεραν πληροφορίες για την οργάνωση της νεκρόπολης, που διαμορφώθηκε κατά τη γεωμετρική και κλασική εποχή στη βορειοανατολική πλευρά της πόλης, και την αδιάλειπτη λειτουργία της επί δώδεκα αιώνες.

Αγγεία πόσης, αποθήκευσης και μυροδοχεία,
ανάλογα με το τι χρειάζονταν ενόσω ήταν εν ζωή,
συνόδευαν τους νεκρούς.

Αυτή η λειτουργία διακόπτεται τον έκτο μ.Χ. αιώνα και η περιοχή θα δεχτεί την επέμβαση των ανθρώπων με την ίδρυση ναϊκών οικοδομημάτων μεταξύ του δέκατου και δωδέκατου αιώνα, όχι όμως και οικιστική διάθεση έως τον δέκατο ένατο αιώνα, όπως διαπιστώνεται από τις εικονογραφήσεις και χαρτογραφήσεις της πόλης που κατέλιπαν οι περιηγητές ήδη από τον δέκατο έβδομο αιώνα και μας δείχνουν ότι η περιοχή ήταν χέρσοι αγροί. Ο χώρος αποτυπώθηκε ως «τετράγωνο 15» για πρώτη φορά το 1836, δύο χρόνια αφότου η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Έκτοτε ξεκινά όχι μόνο η σύνδεσή του με τον αστικό ιστό αλλά και η ραγδαία πολεοδομική του εξέλιξη.

Στα κτερίσματα που διασώθηκαν κατά τις εκσκαφές των θεμελίων του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος σε αρχαίους τάφους μεταξύ της λεωφόρου Πανεπιστημίου, Ομήρου και Εδουάρδου Λω, κεντρική θέση κατέχει μια εξαίσια δημιουργία του αθηναϊκού εργαστηρίου του ένατου αιώνα, ένας γεωμετρικός αμφορέας στον οποίο φυλασσόταν η τέφρα κάποιας γυναίκας της ελίτ κοινωνίας των Αθηνών.

Τα υπόλοιπα προϊόντα της επιχώριας ή, σπανιότερα, εισηγμένης κεραμικής χρονολογούνται από τον πέμπτο αιώνα π.Χ. έως τον πρώτο-δεύτερο αιώνα μ.Χ. και πρόκειται για κτερίσματα ή αντικείμενα συνδεόμενα με τις ταφικές τελετουργίες που επιτρέπουν να γίνει αντιληπτή η υψηλή αισθητική των Αθηναίων της εποχής: λήκυθοι διακοσμημένες με ανθέμια, με θαλλό κισσού, με έφιππες αμαζόνες, με σκηνές γυναικωνίτη και προετοιμασίας για τη επίσκεψη στον τάφο. Η συγγραφέας του τόμου αναγνώρισε τον Ζωγράφο της Μέγαιρας, τον Ζωγράφο του Αχιλλέως και τον Ζωγράφο του Beth Pelet. Όμως, δίπλα σε έργα όπως ο κρατήρας του Ζωγράφου των Αθηνών, στον οποίον εκτυλίσσονται σκηνές του γάμου του Διονύσου, υπάρχουν και τα ταπεινά κτερίσματα, αληθινά κομψοτεχνήματα, έργα πολύτιμα γι' αυτούς που έφυγαν από τη ζωή και τους συνόδευαν στο χωρίς επιστροφή, τελευταίο ταξίδι τους.

Λήκυθοι του εργαστηρίου του Ζωγράφου της Μέγαιρας
διακοσμημένες με φυτικά και γραμμικά μοτίβα.

Οι συνήθειες και οι πρακτικές για τη φροντίδα του νεκρού αποτελούν ένα μέρος του εθιμικού δικαίου που περνά από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά για χιλιάδες χρόνια. Ο πόνος της απώλειας του προσφιλούς προσώπου, η ελπίδα της μετά θάνατον ζωής και η λαχτάρα για αιώνια μνήμη αποτυπώνονται σε επιτύμβια σήματα και πλούσιες προσφορές αλλά και σε ταπεινούς τάφους που με μεγάλη φροντίδα οι οικείοι φροντίζουν, υπακούοντας σε ηθικούς κανόνες, αλλά και φοβούμενοι τη Νέμεση, αφού η μη πλήρωση των ταφικών υποχρεώσεων αποτελούσε ύβρη. Ο νεκρός συνοδευόταν από κτερίσματα: όπλα, κοσμήματα και νομίσματα, τρόφιμα και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, αγγεία και παιχνίδια, ομοιώματα επίπλων και ειδώλια προστατευτικού χαρακτήρα και πλήθος φθαρτών προσφορών που δεν σώζονται.

Το αρχαιότερο αγγείο που βρέθηκε κατά τη θεμελίωση του κτιρίου της Τράπεζας της Ελλάδος, ο γεωμετρικός αμφορέας, προϊόν αθηναϊκού εργαστηρίου του ένατου π.Χ. αιώνα, χρησιμοποιούνταν στα αθηναϊκά νεκροταφεία, αποκλειστικά ως τεφροδόχος γυναικείων ταφών και η καλλιτεχνική και κατασκευαστική του ποιότητα μάς δείχνει ότι απευθυνόταν σε εύπορες Αθηναίες.

Από τα υπόλοιπα αντικείμενα της συλλογής, που τα περισσότερα ανήκουν στους κλασικούς χρόνους, ξεχωρίζουν είκοσι ένα μυροδόχα αγγεία, κατασκευασμένα ειδικά για τη φύλαξη των πολύτιμων ελαίων που σχετίζονταν με τις ταφικές τελετουργίες.

Πεπλοφόρος κόρη και τμήματα ειδωλίων

Οι λήκυθοι κατά τον πέμπτο π.Χ. αιώνα αποτελούν το συχνότερο εύρημα στα ταφικά σύνολα των νεκροταφείων της Αττικής αλλά και όλων των περιοχών του ελλαδικού χώρου. Εννέα λήκυθοι που βρέθηκαν στις ανασκαφές της Τράπεζας προέρχονται από το παραγωγικό εργαστήριο του Ζωγράφου της Μέγαιρας, που έκανε εξαγωγές σε κάθε άκρη του τότε γνωστού ελληνικού κόσμου, ενώ ήταν ένας από τους τελευταίους που χρησιμοποίησαν τη μελανόμορφη τεχνική για να αποδώσει τα γραμμικά και τα φυτικά του μοτίβα, ανθέμια και κλαδιά καρποφόρων δέντρων, αλλά και μάχες με πρωταγωνίστριες τις Αμαζόνες.

Σε άλλες δύο ληκύθους απεικονίζεται η θεά Νίκη, αγαπητό θέμα της αττικής αγγειογραφίας, και μια δημοφιλής σκηνή γυναικωνίτη. Οι λευκές λήκυθοι είναι από τα πιο εκλεπτυσμένα αγγεία που κατασκευάστηκαν ποτέ στον αττικό Κεραμεικό. Η υψηλής ποιότητας τέχνη αποτελεί απόηχο της μεγάλης ζωγραφικής, τέχνης χαμένης για εμάς σήμερα. Η «υβριδική» λευκή λήκυθος της Τράπεζας της Ελλάδος αποτελεί έργο του εργαστηρίου του Ζωγράφου του Αχιλλέως, του σημαντικότερου ζωγράφου που εργάστηκε με αυτή την τεχνική. Ένα ακόμα σημαντικό αντικείμενο είναι ο εντυπωσιακός ερυθρόμορφος καλυκωτός κρατήρας, αγγείο συμποσίου, με τον νεαρό κισσοστεφανωμένο θεό Διόνυσο να νυμφεύεται την κόρη το βασιλιά Μίνωα, Αριάδνη. Ο φτερωτός θεός Έρωτας ανάμεσά τους κρατά τη γαμήλια προσφορά, το αλάβαστρο.

Τη συλλογή συμπληρώνουν κομψές πυξίδες, μέσα στις οποίες οι Αθηναίες φύλασσαν ψιμύθια και κοσμήματα, λύχνοι, απαραίτητοι για τη συνοδεία των νεκρών μέσα στους αιώνια σκοτεινούς τάφους, ένα πήλινο ειδώλιο γυναικείας μορφής και μια κεφαλή ειδωλίου νεαρού αγοριού, ίχνη που μας κληροδοτούν πολύτιμες μαρτυρίες για την αδιάλειπτη και εις το διηνεκές σχέση μας με την ιστορία, τα ήθη, τη ζωή, τη δημιουργία και τον θάνατο.

Οι λύχνοι ήταν απαραίτητοι συνοδοί των νεκρών
μέσα στους αιώνια σκοτεινούς τάφους.
Χρησιμοποιούνταν επίσης από τους επισκέπτες,
όταν έφταναν περί λύχνων αφάς στις αττικές νεκροπόλεις.

Από αριστερά: Ο ερυθρόμορφος καλυκωτός κρατήρας κοσμείται με τον ιερό γάμο του Διονύσου με τη Μαινάδα-Αριάδνη / Η "υβριδική" λευκή λήκυθος της συλλογής της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι εκλεπτυσμένοι πολύχρωμες λήκυθοι λευκού βάθους αποτελούν τα κατεξοχήν αττικά αγγεία / Ο τεφροδόχος γεωμετρικός αμφορέας της τράπεζας της Ελλάδος.


2020-11-22

Τα μυστικά της ΤτΕ: Ο μικρός θησαυρός, το καταφύγιο και οι κρύπτες

Το Business Daily ανοίγει τις θύρες της Τράπεζας της Ελλάδος για μια περιήγηση στους ατελείωτους διαδρόμους με τις εκατοντάδες αίθουσες που «μυρίζουν» ιστορία, το υπόγειο θησαυροφυλάκιο, το πολεμικό καταφύγιο και τις μυστικές κρύπτες.

Στην καρδιά της Αθήνας, σε απόσταση αναπνοής από την Πλατεία Συντάγματος, στην Οδό Πανεπιστημίου, δεσπόζει ένα από τα επιβλητικότερα κτίρια της πόλης: το κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος.

Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα κτίρια που καταλαμβάνει ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο και θεωρείται μνημείο αρχιτεκτονικής της Ελλάδας του μεσοπολέμου. Το κτίριο εγκαινιάστηκε στις 4 Απριλίου 1938 με κεντρική είσοδο επί της οδού Πανεπιστημίου και ήταν τετραώροφο. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επεκτάθηκε προς τις οδούς Ομήρου και Εδουάρδου Λω και αργότερα, τη δεκαετία του 1970, στην οδό Σταδίου καταλαμβάνοντας έτσι ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο.

Το 1982 προστέθηκε και 5ος όροφος, ενώ από το από το 1989 το κτίριο χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Τράπεζα της Ελλάδος, Άποψη της παλαιάς Αίθουσας Συναλλαγών

Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το εσωτερικό του κτιρίου θυμίζοντας περισσότερο μουσείο παρά τράπεζα. Η περιπλάνηση στις εκατοντάδες αίθουσες και τους ατελείωτους διαδρόμους αποτελεί μια μοναδική εμπειρία, μια χρονομηχανή που σε ταξιδεύει στην εποχή των δεκαετιών του ’50 και ‘60.

Δεν υπάρχει σημείο, όπου και να σταθείς, χωρίς κάτι να θαυμάσεις: πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, χαρακτικά, κεραμικά, νομίσματα, έπιπλα – αντίκες, τοιχογραφίες, υαλογραφήματα, ψηφιδωτές συνθέσεις και πολλά πολλά άλλα. Η συλλογή των έργων τέχνης καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της νεοελληνικής ζωγραφικής από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τα μέσα του 20ού και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, έργα των Κ. Βολανάκη, Ν. Λύτρα, Ν. Γύζη, Ι. Αλταμούρα, Ε. Δούκα, Οδ. Φωκά, Σπ. Βικάτου, Κ. Μαλέα, Ν. Φωτάκη.

Τράπεζα της Ελλάδος

Η ανέγερση του κτιρίου ξεκίνησε το 1933, μήνες μόνο μετά το οικονομικό αδιέξοδο του 1932 που υποχρέωσε την τότε κυβέρνηση του μεγάλου Ελευθερίου Βενιζέλου να προχωρήσει στην επ’ αόριστον αναστολή πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν πέντε χρόνια μετά και εγκαινιάστηκε τον Απρίλιο του 1938.

Τα μικρά «μυστικά» της Τράπεζας της Ελλάδος

Ο θεμέλιος λίθος του κεντρικού καταστήματος τοποθετήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1933, ενώ τα θεμέλια προικίστηκαν με έναν μικρό θησαυρό για καλοτυχία. Στα θεμέλια ο τότε διοικητής Εμμανουήλ Τσουδερός τοποθέτησε ένα κρυστάλλινο δοχείο με χρυσά και αργυρά νομίσματα από την αρχαιότητα μέχρι τους νεότερους χρόνους.

Τράπεζα της Ελλάδος

Πρώτο τοποθέτησε μέσα στο δοχείο ένα νόμισμα των Αθηνών με την κεφαλή της Αθηνάς, το σύμβολο της ΤτΕ και μαζί τοποθετήθηκαν νομίσματα από τους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της Κρήτης με το έμβλημα του Μίνωα της Κνωσσού, της Σάμου, της Κορίνθου, της Χίου, της Λαρίσης, του κυβερνήτη Καποδίστρια κ.α. Τελευταίο τοποθετήθηκε στο δοχείο ένα πολύ ξεχωριστό «φυλαχτό»: ένα χρυσό βυζαντινό νόμισμα όπου εικονιζόταν ο Άγιος Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη, ακολουθώντας την παλιά παράδοση να προσφέρεται ένα τέτοιο νόμισμα – φυλαχτό στα νεογέννητα.

Με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, στα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδος δημιουργήθηκαν ειδικές κρύπτες, στις οποίες φυλάχθηκαν και σώθηκαν από τους Γερμανούς κατακτητές οι θησαυροί του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Τράπεζα της Ελλάδος, Λεπτομέρεια από την παλαιά Αίθουσα Συναλλαγών

Βαθιά στα έγκατα του κτιρίου της ΤτΕ βρίσκεται επίσης καταφύγιο πολέμου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για μια μεγάλη χαμηλοτάβανη αίθουσα που δημιουργεί αισθήματα κατάνυξης και συγκίνησης: ειδικά οι επιγραφές στους τοίχους, που διατηρούνται και σήμερα, και με τις οποίες οι οποίες ζητείται να μην μιλά κανείς, ώστε να μην σπαταλάται το οξυγόνο.

Στο υπόγειο του κτιρίου δεσπόζει η αίθουσα με το κεντρικό θησαυροφυλάκιο της ΤτΕ, με τη θηριώδη θωρακισμένη θύρα βάρους 100 τόνων. Αν και πλέον οι χώροι φύλαξης των χαρτονομισμάτων βρίσκονται στις εγκαταστάσεις του Νομισματοκοπείου στο Χολαργό, εντούτοις οι άνθρωποι της ΤτΕ εξακολουθούν να αποφεύγουν να παράσχουν την παραμικρή πληροφορία για το θηριώδες θησαυροφυλάκιο του κεντρικού καταστήματος, ενώ η φωτογράφιση απαγορεύεται αυστηρά.

Τράπεζα της Ελλάδος: Διάδρομος 2ου ορόφου

Στους πάνω ορόφους, με τους ατελείωτους διαδρόμους και τις εκατοντάδες αίθουσες τα πάντα είναι εμποτισμένα από ιστορία: εδώ βρίσκονται οι αίθουσες όπου γίνονταν ομηρικές συζητήσεις με διαφωνίες για το μεταπολεμικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, όπου λήφθηκαν κρίσιμες αποφάσεις όπως η απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος και πραγματοποιήθηκε η προετοιμασία για την υιοθέτηση του ευρώ.

Τράπεζα της Ελλάδος, Αίθουσα συναντήσεων

Εδώ διαδραματίστηκαν πολλά από τα δραματικά επεισόδια της κρίσης του 2010 – 2015 με τις ατέλειωτες διαπραγματεύσεις με την τρόικα και τις συσκέψεις για την αντιμετώπιση της μεγάλης κρίσης, τις αγωνιώδεις συναντήσεις για την αντιμετώπιση της φυγής καταθέσεων, τις ανακεφαλαιοποιήσεις, τα «κόκκινα» δάνεια, τις συγχωνεύσεις τραπεζών κ.α.

Η ίδρυση της ΤτΕ

Η Τράπεζα της Ελλάδος, δημιουργήθηκε το 1927 σε μια ταραγμένη εποχή που χαρακτηρίζονταν από την υπερχρέωση του δημοσίου, τα μεγάλα ελλείμματα και τη νομισματική αστάθεια. Ανάλογη αστάθεια χαρακτήριζε και την πολιτική κατάσταση της χώρας.

Είχε προηγηθεί η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και η τραγωδία της προσφυγιάς. Το εξασθενημένο κράτος έπρεπε να αντιμετωπίσει, πέραν της κακής οικονομικής του κατάστασης, τις τεράστιες ανάγκες για την περίθαλψη, τη σίτιση, την αποκατάσταση και την αφομοίωση των προσφύγων, ενός πληθυσμού 1.250.000 ατόμων.

Ακολουθεί το 1925 η δικτατορία Θ. Πάγκαλου η οποία ανατράπηκε ένα χρόνο μετά. Υπό το βάρος μεγάλων οικονομικών προβλημάτων, η νέα κυβέρνηση του Γεωργίου Κονδύλη ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την Αγγλία για τη ρύθμιση των πολεμικών χρεών, που ήταν απαραίτητη προκειμένου να μπορέσει η κυβέρνηση να προσφύγει στην Κοινωνία των Εθνών (τον πρόδρομο του ΟΗΕ) για την λήψη νέου δανείου. Το δάνειο ήταν απαραίτητο για την αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος. Οι διαπραγματεύσεις ήταν σκληρές και επίπονες και, διαψεύδοντας τις προσδοκίες της νέας κυβέρνησης, καθόλου εύκολες. Οι Άγγλοι απαίτησαν την συνολική εξέταση της κατάστασης της χώρας και έθεσαν ως προϋποθέσεις για την χορήγηση του «προσφυγικού» δανείου την εξυγίανση του προϋπολογισμού, τη σταθεροποίηση του νομίσματος και την μεταρρύθμιση του τραπεζικού συστήματος.

Τράπεζα της Ελλάδος, Αίθουσα Γενικών Συνελεύσεων

Η κυβέρνηση προσπάθησε να αντισταθεί στον «εκβιασμό», όπως χαρακτηρίστηκαν οι απαιτήσεις των Άγγλων, υπογραμμίζοντας ότι η επιβολή ενός νέου διεθνούς οικονομικού ελέγχου θίγει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ηρωική αντίσταση αποδείχθηκε βραχύβια. Λίγους μήνες μετά, την άνοιξη του 1927, υπό την ασφυκτική πίεση της τραγικής οικονομικής κατάστασης, η κυβέρνηση αποφάσισε να «προσκαλέσει» τους εμπειρογνώμονες της Κοινωνίας των Εθνών για να εξετάσουν την ελληνική οικονομία. Στην πραγματικότητα απλά αποδέχθηκε τις απαιτήσεις των δανειστών. Έτσι η ελληνική οικονομία βρέθηκε (για άλλη μια φορά) υπό εποπτεία.

Μεταξύ άλλων, το υπόμνημα της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών υπογράμμιζε το ασυμβίβαστο η Εθνική Τράπεζα που αποτελούσε έναν από τους μεγαλύτερους δανειστές του Δημοσίου, να λειτουργεί ταυτόχρονα και ως εκδοτική τράπεζα. Για την αποκοπή του ομφάλιου λώρου μεταξύ κράτους και της τότε εκδοτικής τράπεζας αποφασίστηκε η δημιουργία μιας νέας τράπεζας που θα λειτουργούσε ως αμιγώς ως κεντρική εκδοτική τράπεζα και η οποία θα διατηρούσε σημαντικό βαθμό ανεξαρτησίας από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Παρά τις έντονες αντιδράσεις τόσο της κυβέρνησης όσο και της διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας, τελικά το εκδοτικό προνόμιο αφαιρέθηκε από την Εθνική.

Τράπεζα της Ελλάδος, Κεντρική είσοδος επί της οδού Πανεπιστημίου

Έτσι στις 15 Σεπτεμβρίου 1927 υπογράφηκε το Πρωτόκολλο της Γενεύης, με το οποίο η κυβέρνηση δεσμεύτηκε για σειρά ενεργειών και δράσεων με στόχο την δημοσιονομική, χρηματοπιστωτική και εν γένει οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας. Σε ό,τι αφορά την τραπεζική μεταρρύθμιση το Πρωτόκολλο προέβλεπε την παραίτηση της Εθνικής Τράπεζας από το εκδοτικό προνόμιο και την δημιουργία της Τράπεζας της Ελλάδος ως κεντρικής εκδοτικής τράπεζας, που θα ήταν ανεξάρτητη από την επιρρόη της εκάστοτε κυβέρνησης.

Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο (άρθρο IV):

«Νέα και ανεξάρτητος τράπεζα, κληθησομένη Τράπεζα της Ελλάδος, θα ιδρυθή εν Ελλάδι το ταχύτερον και θα αρχίση λειτουργούσα το βραδύτερον εξ μήνας μετά την έκδοση του δανείου, συμφώνως προς το σχέδιον συμβάσεως μεταξύ της ελληνικής κυβερνήσεως και της Εθνικής Τράπεζης της Ελλάδος και το σχέδιον καταστατικού, τα προσαρτώμενα τω παρόντι»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

businessdaily.gr

2019-03-28

Μπήκαμε στην Τράπεζα της Ελλάδος

Δύσκολα φαντάζεσαι την αρχοντιά καθώς και τους ανυπολόγιστης αξίας πολιτιστικούς θησαυρούς που «κρύβονται» μέσα στο επιβλητικό κτίριο

Άποψη της κεντρικής αίθουσας συναλλαγών © Yiorgis Yerolymbos

Αν και πολύ συχνά περνάμε μπροστά από το επιβλητικό κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος (Πανεπιστημίου 21), το οποίο καταλαμβάνει ένα ολόκληρο τετράγωνο (Πανεπιστημίου, Εδουάρδου Λω, Ομήρου, Σταδίου) και δεσπόζει απέναντι από την Τριλογία, με την πρόσοψή του να θυμίζει τα Παλαιά Ανάκτορα (σήμερα Ελληνικό Κοινοβούλιο), δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε την ομορφιά και την αρχοντιά που επικρατεί στο εσωτερικό του καθώς και τους ανυπολόγιστης αξίας πολιτιστικούς θησαυρούς που διατηρούνται μέσα σε αυτό.

Τράπεζα της Ελλάδος

Η Τράπεζα της Ελλάδος ιδρύθηκε σε συνέχεια του Πρωτοκόλλου της Γενεύης της 15ης Σεπτεμβρίου 1927 και άρχισε να λειτουργεί στις 14 Μαΐου του 1928 με πρώτο Διοικητή τον Αλέξανδρο Διομήδη. Έχει συσταθεί με τη μορφή ανωνύμου εταιρίας και πρωταρχικός της σκοπός είναι η διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας και της ευστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Θεωρείται η Τράπεζα των Τραπεζών. Δέχεται καταθέσεις μόνο από τις εμπορικές τράπεζες που δραστηριοποιούνται στη χώρα (όχι από τους πολίτες) και δανείζει χρήματα μόνο σε αυτές. Εκδίδει και προμηθεύει τις εμπορικές τράπεζες με τραπεζογραμμάτια (ή χαρτονομίσματα) και κέρματα ευρώ που ζητούν απ’ αυτές οι πελάτες τους. Στην Τράπεζα της Ελλάδος γίνεται επίσης η απόσυρση και αντικατάσταση των φθαρμένων τραπεζογραμματίων. Από τον Ιανουάριο 2001 η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί αναπόσπαστο μέλος του Ευρωσυστήματος, που απαρτίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT) και τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) που ανήκουν στη ζώνη του ευρώ.

Τραπεζογραμμάτια κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941-1944)

Απασχολεί περίπου 1.800 άτομα, εκ των οποίων 750 (42%) έχουν μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Τέσσερις εκ των διοικητών της, Αλέξανδρος Διομήδης, Εμμανουήλ Τσουδερός, Ξενοφών Ζολώτας και Λουκάς Παπαδήμος, ανέλαβαν μετά το τέλος της θητείας τους το αξίωμα του πρωθυπουργού. Στην Τράπεζα της Ελλάδος εργάστηκαν επίσης οι συγγραφείς Ηλίας Βενέζης και Κική Δημουλά και ο εικαστικός Μιχαήλ Αξελός.

H Τράπεζα, όμως, εκτός από το οικονομικό της πρόσωπο έχει και ένα άλλο, ίσως άγνωστο στο ευρύ κοινό, το οποίο παίζει σημαντικότατο ρόλο στο πολιτιστικό «γίγνεσθαι» της χώρας. Και αυτό επιτυγχάνεται μέσω του Κέντρου Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης, μία ανεξάρτητη διεύθυνση η οποία δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 2013 σαν μία «πολιτιστική ομπρέλα», υπεύθυνη για τις Συλλογές, το Ιστορικό Αρχείο, τη Βιβλιοθήκη και το Μουσείο.

Μουσείο της Τράπεζας της Ελλάδος

Όπως χαρακτηριστικά είπε ο κ. Π. Παναγάκης, διευθυντής του Κέντρου Πολιτισμού: «Το Κέντρο είναι ο πυλώνας με τον έξω κόσμο, είναι ο κατ’ εξοχήν φορέας εξωστρέφειας. Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι ένας πάρα πολύ σοβαρός θεσμός ο οποίος δεν έχει ανάγκη από προβολή, αλλά διαθέτει πολιτιστικούς θησαυρούς που πρέπει σιγά-σιγά να γίνουν γνωστοί έξω απ’ αυτήν και μέσω αυτών να δοθεί στον κόσμο και μία άλλη οπτική για την Τράπεζα. Το Κέντρο έχει τη θερμή υποστήριξη όλων των διοικητών της Τράπεζας και όλοι όσοι ασχολούνται με αυτό το έχουν αγκαλιάσει από την πρώτη στιγμή με κέφι, μεράκι και καλή διάθεση».

Η ολιγομελής αυτή διεύθυνση απαρτίζεται από νέους κυρίως ανθρώπους, καταρτισμένους, εξειδικευμένους, με εμπειρία, ευέλικτους, έτοιμους να δουλέψουν. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο κος Παναγάκης: «Η εντολή είναι: πάρτε τους καλύτερους».

Μιλώντας με τον κ. Παναγάκη και τον Σύμβολο Τύπου & Επικοινωνίας, κ. Φράγκο είναι δύσκολο να μην αισθανθείς τον ενθουσιασμό αλλά και την αγάπη που έχουν για αυτό που κάνουν, «με σταθερά, προσεκτικά και μελετημένα βήματα», όπως τονίζουν και οι δύο. «Δεν βιαζόμαστε. Έχουμε βάλει ψηλά τον πήχη, έχουμε βαρεθεί τα εύκολα. Το οικοδόμημα όμως θέλει κτίσιμο σιγά-σιγά, πρέπει να έχει ουσία και βάθος με απώτερο πάντα στόχο την παιδεία. Η παιδεία είναι το ζητούμενο, αυτό μένει και αυτό θέλουμε να μείνει. Από εκεί ξεκινάνε όλα. Και «παιδεία» δεν είναι να γνωρίζεις και να μιλάς για τον Πικάσο ή τον Μπρακ. Αυτό από μόνο του δεν σε καθαγιάζει ούτε σε χαρακτηρίζει ως άνθρωπο του πολιτισμού. Παιδεία είναι ο σεβασμός, η ευγένεια, η αγωγή... Είναι αυτό που μας λείπει».

Συνεχίζοντας, ο κ. Παναγάκης έδωσε μία συνοπτική περιγραφή της κάθε μίας δραστηριότητας που εντάσσεται στο πολιτιστικό αυτό περίγραμμα της Τράπεζας.

Η Βιβλιοθήκη άρχισε να λειτουργεί ταυτόχρονα με την Τράπεζα, το 1928. Θεωρείται η κορυφαία και η πιο ενημερωμένη οικονομική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, η οποία υποστηρίζει, με τις πηγές και τις βάσεις δεδομένων της, το ερευνητικό έργο της Τράπεζας, καλύπτοντας ταυτόχρονα τις πληροφοριακές ανάγκες των χρηστών της. Έχει μεγάλη επισκεψιμότητα, φυσική και ηλεκτρονική, από οικονομολόγους όλων των επιπέδων. Συμμετείχε δε με μερικά σπάνια βιβλία της Συλλογής της σε εκδήλωση στο πλαίσιο των δράσεων Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου.

«Ο κάθε επισκέπτης για εμάς είναι μοναδικός» λέει η κ. Σεμερτζάκη, προϊσταμένη της βιβλιοθήκης και υποδιευθύντρια του Κέντρου Πολιτισμού, θέλοντας να τονίσει το ενδιαφέρον με το οποίο προσεγγίζουν τον κάθε επισκέπτη, αναγνώστη ή ερευνητή.

H συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 170.000 τεκμήρια (βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, ηλεκτρονικές πηγές) καθώς και μία σημαντική συλλογή σπάνιων βιβλίων, η οποία αποτελείται από 1.000 τόμους, με το παλαιότερο αυτών να είναι τα «Άπαντα του Πλάτωνος», που εκδόθηκε στη Βασιλεία το 1534 και περιήλθε στη Συλλογή της Βιβλιοθήκης το 1952.

με τον διάδοχο Κωνσταντίνο στην Τράπεζα της Ελλάδος το 1960.
Τους υποδέχoνται ο διοικητής Ξ. Ζολώτας και ο υποδιοικητής Γ. Πεσμαζόγλου

Το Ιστορικό Αρχείο είναι η παρακαταθήκη όλων των αρχείων, κυρίως των διοικητών. Χρονολογούνται από το 1928 και έχουν μεγάλη ιστορική σημασία. Υπάρχουν τα αρχεία των Τσουδερού, Βαρβαρέσου, Μαντζαβίνου, Ζολώτα κ.ά. και τον Μάιο πρόκειται να παρουσιαστεί το αρχείο του Γιάνκου Πεσμαζόγλου, ευγενής δωρεά της οικογένειάς του προς την Τράπεζα.

Έργο του Ιστορικού Αρχείου είναι η ανάδειξη του ρόλου και της συμβολής της Τράπεζας τόσο στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας, όσο και στην ενίσχυση του πολιτιστικού αποθέματος ιστορικών πηγών.

Οι αρχειακές συλλογές έχουν ιδιαίτερα μεγάλη σημασία διότι παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έλαβαν χώρα διάφορα γεγονότα οικονομικής και κοινωνικής φύσης.

Tο Μουσείο, στην οδό Αμερικής 3, άνοιξε το 2010 και θεωρείται ένα από τα πιο σύγχρονα της ευρωζώνης. Έχει μεγάλη, καθημερινή επισκεψιμότητα, κυρίως από σχολεία και ειδικά από μαθητές του Λυκείου. Μία επίσκεψη στο Μουσείο ισοδυναμεί με ένα ταξίδι στην οικονομική και νομισματική ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Αν και τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες στοχοποιούνται και η κοινή γνώμη έχει υιοθετήσει μία επιθετική συμπεριφορά απέναντί τους, μόλις ο κόσμος μπει στο μουσείο η συμπεριφορά αλλάζει. Οι επισκέπτες εντυπωσιάζονται από αυτά που βλέπουν και αυτοί είναι οι ίδιοι που μεταλαμπαδεύουν μετά το μήνυμα, με την από «στόμα σε στόμα» επικοινωνία.

Στο Μουσείο, εκτός από τα 600 περίπου νομίσματα (αρχαία και όλα τα νομίσματα από καταβολής του νέου ελληνικού κράτους) και τα 250 τραπεζογραμμάτια από τη Νομισματική Συλλογή της Τράπεζας, εκτίθενται έργα γνωστών ζωγράφων και χαρακτών, οι οποίοι σχεδίαζαν νομίσματα, καθώς και εργαλεία και μηχανολογικός εξοπλισμός. Φιλοξενούνται περιοδικές εκθέσεις με την επόμενη να αφορά τους καινούργιους τρόπους ηλεκτρονικών και ψηφιακών πληρωμών.

Γεώργιος Ιακωβίδης, «Η κόρη με τα ρόδα», 1917
(Συλλογή έργων τέχνης της Τράπεζας της Ελλάδος)

Οι Συλλογές αφορούν 3.000 περίπου εξαιρετικά και σημαντικά έργα τέχνης ελλήνων καλλιτεχνών, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν αγοραστεί από τους εκάστοτε διοικητές για τη διακόσμηση των χώρων. Στη Συλλογή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων έργα του Κ. Βολανάκη, Κ. Μαλέα, Ν. Λύτρα, Ν. Γύζη, Γεραλή, Τσαρούχη κ.ά.

Γιάννης Τσαρούχης, Προσωπογραφία της Δέσποινας με κολλιέ και σκουλαρήκια, 1976 (Συλλογή έργων τέχνης της Τράπεζας της Ελλάδος)

Υπάρχει άριστη σχέση και συνέργεια της Τράπεζας με μουσεία, ιδιωτικά και δημόσια, καθώς και άλλους πολιτιστικού φορείς. Πέρυσι πολλά έργα από τη συλλογή της Τράπεζας φιλοξενηθήκαν στο Μουσείο Μπενάκη, στο πλαίσιο του εορτασμού των 90 χρόνων από την ίδρυσή της και η συνεργασία μεταξύ Τράπεζας και Μουσείου ήταν άψογη.

Στο ίδιο πνεύμα και με εξαιρετικά καλή διάθεση ξεκίνησε πριν λίγους μήνες από το Μουσείο Μπενάκη η διοργάνωση της μεγάλης επετειακής έκθεσης «1821 πριν και μετά» για τη συμπλήρωση των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, με τη σύμπραξη της Τράπεζας της Ελλάδος, της Εθνικής Τράπεζας και της Alpha Bank.

Το φθινόπωρο του 2019, πίνακες από την εν λόγω συλλογή θα βρεθούν να «συνομιλούν» με τα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου της Καβάλας.

Oι εκδόσεις είναι το πιο «νηπιακό» κομμάτι του Κέντρο Πολιτισμού. Αφορά καταλόγους και λευκώματα και αυτά είναι που μένουν μετά τις όποιες εκδηλώσεις. Όλα τυπώνονται και σχεδιάζονται από την Τράπεζα. Στο Μουσείο Μπενάκη πωλείται μόνο ο κατάλογος της έκθεσης, χωρίς όμως η Τράπεζα να κρατάει ούτε ένα ευρώ. Η πώληση των λοιπών εκδόσεων της Τράπεζας γίνεται από τα βιβλιοπωλεία του ΜΙΕΤ.

Όπως διευκρινίζει ο κ. Παναγάκης: «Σύμφωνα με το Καταστατικό της, η Τράπεζα δεν μπορεί να έχει κέρδη. Έτσι, λοιπόν, όλα τα κέρδη από τις εκδόσεις πηγαίνουν σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αυτή είναι η προσφορά της Τράπεζας στην κοινωνία».

Έχει ξεκινήσει η συγγραφή και έκδοση ενός κύκλου βιογραφιών των διοικητών της Τράπεζας και αυτό έχει ανατεθεί στην ιστορικό και καθηγήτρια Κωνσταντίνα Μπότσιου. Υπάρχουν ήδη οι βιογραφίες των Τσουδερού και Βαρβαρέσου και έπονται του Ζολώτα, του Διομήδη και του Μαντζαβίνου.

Στο πλαίσιο της συμβολής της Τράπεζας στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή της χώρας, το Κέντρο Πολιτισμού έχει θεσμοθετήσει εδώ και τέσσερα χρόνια ένα καινούργιο είδος καταθέσεων, τις «Καταθέσεις Πολιτισμού». Οι καταθέσεις αυτές δεν γίνονται στα ταμεία αλλά στην αίθουσα Γενικών Συνελεύσεων του Κεντρικού Καταστήματος (2ος όροφος) με ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών και της επιστήμης να συνομιλούν με έναν δημοσιογράφο-συντονιστή πάνω σε θέματα σχετικά με ακαδημαϊκό τους πεδίο.

Απόστολος Γεραλής, Χωρική, 1940-1953
(Συλλογή έργων τέχνης από την Τράπεζα της Ελλάδος)

Οι πετυχημένες αυτές καταθέσεις φέτος άρχισαν με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Μαρία Ευθυμίου να συνομιλεί με τη δημοσιογράφο Κατερίνα Λυμπεροπούλου για την «Παγκόσμια κυριαρχία της Δύσης και του δυτικού πολιτισμού κατά την τελευταία 500ετία».

«Οι “Καταθέσεις Πολιτισμού” είναι πολύ “πιασάρικος” τίτλος. Θέλουμε να φέρουμε μέσα τον κόσμο. Με την κ. Ευθυμίου ο κόσμος ήταν τόσος πολύς, που αναγκαζόμαστε να διώχνουμε» λέει ο κ. Παναγάκης ικανοποιημένος από τη μεγάλη ανταπόκριση του κόσμου σε αυτές τις καταθέσεις, η επόμενη των οποίων θα είναι στις 8 Μαΐου με καλεσμένη της Κατερίνας Λυμπεροπούλου τη συγγραφέα Αμάντα Μιχαλοπούλου και θέμα συζήτησης «Το βίωμα και η επινόησή του: Γιατί είμαστε όλοι μυθιστορηματικοί ήρωες».

Και μετά απ’ όλα αυτά τα υπέροχα και πολύ ενδιαφέροντα που ακούστηκαν ακολούθησε μία ξενάγηση στο κτίριο. Περπατώντας στους ατελείωτους διαδρόμους των ορόφων με τις αμέτρητες αίθουσες, αισθάνεσαι έντονα την ατμόσφαιρα και την υψηλή αισθητική του μεσοπολέμου, όπως την έχεις διαβάσει στα βιβλία ή την έχεις δει σε ταινίες.

Φαίνεται ότι στην κατασκευή του κτιρίου έπεσε χρήμα αλλά, όπως λέει η κ. Παναγάκης, «η εκμετάλλευση του χρήματος έγινε με τον σωστό τρόπο και αυτό σημαίνει οικονομία. Το κτίριο είναι μεν ακριβό αλλά τελικά φθηνό. Αντέχει στον χρόνο και εκτός αυτού το συντηρούσαμε πολύ καλά από την αρχή, με σεβασμό πάντα στην ιστορία και τον σκοπό για τον οποίον έγινε».

Το κτίριο εκφράζει απόλυτα τη φιλοσοφία του οργανισμού τον οποίο φιλοξενεί, δηλαδή της Τράπεζας. Είναι «ήσυχο», χαμηλών τόνων, συντηρητικό, αλλά υψηλής ποιότητας και προδιαγραφών. Διαθέτει κύρος και μία πολυτελή απλότητα! Τα έργα τέχνης στους τοίχους, τα γλυπτά, τα υαλογραφήματα, οι ψηφιδωτές συνθέσεις στα δάπεδα, τα αυθεντικά μωσαϊκά και ξύλινα πατώματα, τα υπέροχα έπιπλα-αντίκες γνωστών οίκων, οι ξύλινες επενδύσεις των τοίχων, οι διακοσμητικές λεπτομέρειες στις πόρτες, αλλά και στις οροφές, η αίθουσα συμβουλίων με τα πορτρέτα των διοικητών, δίνουν την εντύπωση στον επισκέπτη ότι βρίσκεται μέσα σε ένα μουσείο και σε κάθε βήμα σταματάει για να θαυμάσει αυτά που βλέπει μπροστά του.

Aρχικά η Τράπεζα της Ελλάδος στεγαζόταν σε κτίριο της Κτηματικής Τράπεζας, στην οδό Πανεπιστημίου 28, και πολιτικοί και οικονομικοί κύκλοι της εποχής πίεζαν για την συγχώνευσή της με την Εθνική Τράπεζα. Το 1929 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την κατασκευή του κτιρίου των κεντρικών της γραφείων αλλά δεν δόθηκε βραβείο σε καμία από τις 21 υποψηφιότητες, παρά μόνο έπαινοι. Τελικά τα σχέδια ανατέθηκαν στους Νικόλαο Ζουμπουλίδη και Κωνσταντίνο Παπαδάκη και ο άγγλος μηχανικός O. Faber ανέλαβε τα θησαυροφυλάκια και τις εγκαταστάσεις θέρμανσης και αερισμού.

Φωτογραφία από την πόρτα του θησαυροφυλακίου

Στις 23 Νοεμβρίου 1933 τοποθετήθηκε ο θεμέλιος λίθος. Κατά την τελετή θεμελίωσης, ο τότε διοικητής Εμμανουήλ Τσουδερός, τηρώντας το έθιμο της λαϊκής οικοδομικής, τοποθέτησε στα θεμέλια «ως καλόν συμβολισμόν και οιωνόν» ένα δοχείο με χρυσά και αργυρά νομίσματα από διάφορες περιόδους της χώρας.

Το κτίριο εγκαινιάστηκε στις 4 Απριλίου του 1938, παρουσία του Ιωάννη Μεταξά, προέδρου της τότε κυβέρνησης, και προσωπικοτήτων της οικονομικής και πνευματικής ζωής της χώρας. Κατά τη διάρκεια των ετών και λόγω των αναγκών της Τράπεζας το κτίριο επεκτάθηκε διαδοχικά (1948, 1970) και με την προσθήκη ενός ορόφου το 1982 έλαβε τη σημερινή του μορφή. Το συνολικό του εμβαδόν είναι 6.025 τ.μ. και θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια κτίρια της χώρας. Το 1989 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Από τα πιο ωραία σημεία του κτιρίου, πραγματικό κόσμημα, είναι η επιβλητική, κεντρική του σάλα ή «πλατεία», όπως τη λένε όλοι όσοι εργάζονται στη Τράπεζα, σχεδιασμένη από τον αρχιτέκτονα Δ. Τριποδάκη. Το ενδιαφέρον της τεράστιας αίθουσας με τα μάρμαρα Διονύσου και Πεντέλης και την ακριβή αλλά λιτή επίπλωση είναι το διπλό ύψος και η γοητεία της οι υπέροχες αναλογίες με τις 12 περιμετρικές κολόνες. Τα δύο καταπληκτικά ψηφιδωτά στο δάπεδο, σε σχέδια του Ν. Ζουμπουλίδη και κατασκευής Gianese Venezia, κρατάνε για ώρα το βλέμμα καρφωμένο πάνω τους.

Μεταξύ των οδών Πανεπιστημίου και Σταδίου υπάρχει μία ανισοσταθμία με αποτέλεσμα το Ισόγειο της Σταδίου να είναι υπόγειο στην Πανεπιστημίου και το Ισόγειο της Πανεπιστήμιου να είναι πρώτος όροφος στη Σταδίου.

Λεπτομέρεια κλιμακοστασίου ισογείου οδού Σταδίου
με διακοσμητικό δάπεδο υδάτινου στοιχείου
(σχεδίο Ι. Μόραλης, κατασκ. Ελ, Βερναδάκη)

Mεταβαίνοντας από το παλιό κτίριο στο καινούργιο έχεις την αίσθηση ότι μπαίνεις σε μία «χρονοκάψουλα», η οποία σε μεταφέρει από τη δεκαετία του 1930-1940 σ’ αυτή του 1950-1960 και οι χώροι, σχεδιασμένοι από τον Βουρέκα, θυμίζουν μοντέρνο ξενοδοχείο εποχής και πιο συγκεκριμένα το Χίλτον, έργο του ιδίου αρχιτέκτονα. Παρ’ όλα αυτά, οι επεμβάσεις ήταν ήπιες και έτσι το αποτέλεσμα της σύνδεσης του παλιού με το καινούργιο χαρακτηρίζεται από μία αρμονία.

Οι δύο μικρές λίμνες, εκατέρωθεν του κεντρικού κλιμακοστασίου του ισογείου της οδού Σταδίου, με τα μπλε πλακάκια που φιλοτέχνησε ο Μόραλης και κατασκεύασε η Ελένη Βερναδάκη, είναι από τις ωραιότερες λεπτομέρειες της εισόδου και δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα στον χώρο.

Άποψη κλιμακοστασίου Διοίκησης

Οι χώροι όπου βρίσκεται το θησαυροφυλάκιο δεν είναι, για ευνόητους λόγους, προσβάσιμοι στο κοινό. Αρκούμαστε στην περιγραφή του κου Παναγάκη, «η πόρτα έχει φοβερό design, χρονολογίας 1933-1938. Πρέπει να μπήκε 2-3 χρόνια πριν τελειώσει το κτίριο. Υπάρχει μία φωτογραφία της, ελαφρώς αλλαγμένη, στον υπόγειο χώρο του μουσείου».

Σ’ όλο το κτίριο, παλιό και καινούργιο, επικρατεί μία αρχοντιά και μία ποιότητα, χωρίς τίποτα να είναι κραυγαλέο ή υπερβολικό. Χαίρεσαι να περπατάς στους διαδρόμους και πραγματικά θεωρούνται τυχεροί όλοι όσοι εργάζονται μέσα σ’ αυτό το μοναδικό περιβάλλον.

Και βγαίνοντας από αυτό το καταπληκτικό κτίριο και με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα, μία μαρμάρινη ταμπέλα στον τοίχο (Πανεπιστημίου & Ομήρου), εγχάρακτη αναφορά στην εκτέλεση τριών επονιτών από τους Γερμανούς στις 22/7/1943 κατά τη διάρκεια ενός μεγαλειώδους συλλαλητηρίου κατά της απόφασης επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία, ένα ακόμη σημάδι της μεγάλης ιστορίας του κτιρίου, επιβλητικού τοπόσημου της Αθήνας.

Μαρμάρινη εγχάρακτη πλάκα στο τοίχο της Τράπεζας της Ελλάδος,
εις μνήμην τριών επονιτών που σκοτώθηκαν από τα χιλτερικά τανκς,
στις 22-7-1943


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Καρδαμίτση-Αδάμη Μάρω, Τράπεζα της Ελλάδος. Τα κτίρια, εκδ. Τράπεζα της Ελλάδος.
  2. Ενημερωτικό υλικό από το Κέντρο Πολιτισμού Έρευνας & Τεκμηρίωσης, Μουσείο.
  3. Ενημερωτικό υλικό από το Κέντρο Πολιτισμού Έρευνας & Τεκμηρίωσης, Η συλλογή Έργων Τέχνης
  4. Ενημερωτικό υλικό από το Κέντρο Πολιτισμού Έρευνας & Τεκμηρίωσης, Ιστορικό Αρχείο.
  5. Ενημερωτικό υλικό από το Κέντρο Πολιτισμού Έρευνας & Τεκμηρίωσης, Βιβλιοθήκη

Πολλές πληροφορίες δόθηκαν κατά την διάρκεια της συζήτησης και ξενάγησης από τον διευθυντή του Κέντρου Πολιτισμού Έρευνας και Τεκμηρίωσης, κο Παναγάκη και τον Σύμβουλο Τύπου & Επικοινωνίας, κο Σ. Φράγκο.

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

www.bankofgreece.gr/Pages/el/Bank/default.aspx

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

  • Όλες οι φωτογραφίες των έργων τέχνης προέρχονται από το φωτογραφικό αρχείο της Τράπεζας της Ελλάδος.
  • Οι φωτογραφίες των κτιρίων ζητήθηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος και οι λεζάντες αυτών προέρχονται από το βιβλίο της κας Καρδαμίτση-Αδάμη, «Τράπεζα της Ελλάδος. Τα Κτίρια».
  • Οι φωτογραφίες από την εκδήλωση «Καταθέσεις Πολιτισμού» καθώς και αυτές από το Μουσείο, είναι της αρθρογράφου.
Έλενα Ντάκουλα, ΤΕΥΧΟΣ 696,